Ζέϊρα

της Λουκίας Πέτρου

Δεκατριών χρονών ήταν η Ζέϊρα όταν την άρπαξαν οι στρατιώτες του Σουλτάνου κι από την αρχή αποφάσισαν την τύχη της. Το άσπρο της δέρμα, τα καταγάλανα μάτια της και τα μαύρα, μακριά μαλλιά της, που τύλιγαν το εφηβικό κορμάκι, δεν άφηναν πολλές αμφιβολίες για την τύχη της. Σκλάβα στο χαρέμι του σουλτάνου. Ποτέ ξανά δεν θα ήταν ελεύθερη να αποφασίσει για τη ζωή της, ποτέ ξανά δεν θα έβλεπε τον πατέρα της. Θα έμενε για πάντα φυλακισμένη σε ένα παλάτι, σε ένα χρυσό κλουβί, από όπου δεν θα μπορούσε ποτέ να φύγει. Να πετάξει μακριά.

Και η Ζέϊρα είχε συνηθίσει στην ελευθερία. Μοναδικό παιδί των γονιών της, μεγαλωμένη μέσα στα δάση και τα βουνά που βρισκόταν το χωριό της, ελεύθερη να ζει και να αναπνέει. Ανεξάρτητη, ατίθαση, πεισματάρα. Ένα κορίτσι, για το οποίο ο πατέρας της καμάρωνε και λάτρευε κι ας μην ήταν γιος. Άλλωστε, ο γιος του πέθανε μόλις γεννήθηκε και πήρε μαζί του και τη μητέρα του. Τη γυναίκα του. Και εκείνος δεν παντρεύτηκε ποτέ, ξανά. Μεγάλωσε μόνος του το κοριτσάκι του, που ήταν ο κόσμος του όλος. Την ανέθρεψε και την έμαθε να μην έχει ανάγκη κανέναν. Να είναι δυνατή και να παλεύει.
Και τώρα ο κόσμος του, κατέρρεε. Οι στρατιώτες, που ήρθαν ξαφνικά το πρωί στο χωριό, τους άρπαξαν τα πιο όμορφα νεαρά κορίτσια, για να τα προσφέρουν δώρο στο χαρέμι του σουλτάνου. Και ανάμεσά τους και το όμορφο κοριτσάκι του. Το αγριμάκι του. Που πάλευε να ξεφύγει από τα χέρια τους και από τη μοίρα που της επεφύλασσαν. Μα τα κυρτά σπαθιά τους, δεν αφήναν κανέναν να πλησιάσει μα και κανέναν να ξεφύγει. Και έτσι τα κορίτσια, μέσα σε κλάματα και κραυγές, φορτώθηκαν στις άμαξες και ξεκίνησαν το ταξίδι χωρίς επιστροφή.

Μόνο η Ζέϊρα δεν έκλαιγε. Τα καταγάλανα μάτια της κοίταγαν στο κενό και η ίδια έμενε βουβή. Όχι γιατί φοβόταν, αλλά γιατί στο μυαλό της σκεφτόταν ήδη πως θα αποδράσει. Αρνιόταν να δεχθεί τη μοίρα που της όριζαν και τη σκλαβιά που την περίμενε. Σκεφτόταν τον πατέρα της μονάχο και η καρδιά της σκιζόταν. Έκλεισε τα μάτια και μύρισε τον αέρα του χωριού της, κρατώντας μέσα της τις μυρωδιές και τις εικόνες με τις οποίες μεγάλωνε όλα αυτά τα χρόνια.
«Εγώ θα ξαναγυρίσω!», υποσχέθηκε στον εαυτό της. «Αρνούμαι τη μοίρα τους. Ορκίζομαι πως τίποτα και κανείς δεν θα με κρατήσει μακριά.».
Έσφιξε τις γροθιές και τα χείλη. Και από εκείνη τη στιγμή παραμόνευε τις στιγμές και τους στρατιώτες. Έψαχνε για κενά και για λάθη. Για αφύλαχτες στιγμές και απροσεξίες.
Και τρεις μέρες μετά την αρπαγή, η στιγμή ήρθε. Οι στρατιώτες σταμάτησαν το καραβάνι, για να ξεκουραστούν δίπλα σε ένα ποτάμι. Ξάφνου κανείς δεν τις φύλαγε, κανείς δεν τις έβλεπε. Ψιθύρισε στα άλλα κορίτσια πως τώρα είναι η ευκαιρία να σωθούν, να γλυτώσουν. «Kαι ποιο το νόημα;», της απάντησαν αυτά θλιμμένα. «Σύντομα θα μας ξαναβρούν και ίσως μετά η μοίρα μας να είναι χειρότερη.»
«Μα αξίζει να προσπαθήσουμε», τους λέει, μα αυτά την κοιτούν και αρνούνται.

Η Ζέϊρα δεν ακούει τίποτα. Πηδάει έξω από την άμαξα και τρέχει προς το δάσος. Πίσω της, ακούει τους στρατιώτες που την κυνηγούν, μα δε σταματά. Τρέχει με όλη της τη δύναμη για να ξεφύγει. Πέφτει, μα σηκώνεται. Ξανά και ξανά. Τα πόδια της ματώνουν και το πρόσωπο της γδέρνεται από τα κλαδιά των δέντρων, όμως δεν τη νοιάζει.
Μα οι φωνές ζυγώνουν όλο και πιο πολύ. Απελπισμένη κρύβεται σε ένα θάμνο και δεν ανασαίνει. Ακούει τους στρατιώτες που την πλησιάζουν. Που τώρα, είναι δίπλα της.
«Την χάσαμε και σιγά, σιγά νυχτώνει», φωνάζουν. «Αν ψάξουμε κι άλλο θα χαθούμε κι εμείς. Γυρνάμε πίσω… Ανόητο κορίτσι. Δε θα γλυτώσει, θα την φάνε οι λύκοι και τα τσακάλια.»
Οι φιγούρες ξεμακραίνουν στο σούρουπο και οι Ζέϊρα ανασαίνει ξανά. Χαμογελά και σηκώνεται. Στο μυαλό της φέρνει το χωριό της και τον πατέρα της κι αρχίζει να ξανατρέχει γρήγορα.
«Μόνο εγώ ορίζω τη μοίρα μου και τη ζωή μου, μόνο εγώ!», ψιθυρίζει, σφίγγοντας τις γροθιές της και ανασαίνοντας βαθιά τον αέρα της ελευθερία της

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

35 shares

See You In FB