Χωρίς τίτλο

της Μελίνας Μητροπούλου

Αν κάτι κράτησες από μένα είναι μια στιγμή γέλιου. Aν κρατήσω εγώ κάτι από σένα είναι μια ζωή. Μου ‘μαθες μαζί σου να κοιτώ μπροστά. Να χαίρομαι, να κοιτώ το «εμείς». Είχα γνώμη αντίθετη. Το «εγώ». Απορείς; Ναι, εσύ που διαβάζεις, απορείς; Φάσκω κι αντιφάσκω. Το εγώ σαν εμείς, ένα αγάπη μου, ή το εγώ κι ο εγωισμός μου; Κλαίω και αναρωτιέμαι τι τελικά κράτησες από μένα. Μια μυστήρια διαδρομή, μέσα σε ωκεανούς άγνωστους για εμάς. Όμως κάναμε ταξίδι το πιο τρελό όνειρο. Βάρκα μας πήγαινε, βάρκα μας γύριζε. Χόρτασα όνειρα και ταξίδια. Χόρτασα τα μάτια σου να βουρκώνουν στα κρυφά. Την αγάπη σε αβύσσους βρήκαμε κι εδώ, ξανά, να αναρωτιέμαι. Κλαίω, γιατί προσπαθώ να βγάλω έξω τον εαυτό μου που είχα μαζί σου. Κλαίω, κι όταν κλείνω τα μάτια είσαι μπροστά μου. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Ατελείωτη γραμμή μέσα σε χαρτιά που κάτι ζωγραφίζω. Πίσω από εικόνες και λέξεις γραμμένες, μουτζουρωμένες, λέξεις καρφιά για τη θάλασσα που ζήλευα όταν κολυμπούσες, πίσω από εικόνες μυαλού κι όχι απλά μιας λευκής κόλλας, εκεί, αναρωτιέμαι τα βράδια μόνο πως περνάς. Εικόνες ζωντανές, λέξεις σβησμένες, ματιά μια σταλιά, δάκρυα πεταμένα. Ξαναγυρίζω πίσω. Σε ζωή αλλιώτικη και ξένη. Ξένη. Απρόσμενα ήρθε μα σε ένιωθα μέσα μου, να τριγυρνάς σαν ξένος. Αλλιώτικα τα μάτια σου μα άγνωστα σε μένα που σε κοιτώ. Κοίτα με. Ακόμα απορώ. Απορίες μεταξύ δυο κόσμων. Δύσης κι Ανατολής. Κομμένες με κλώστης βελόνι που τσιμπάει και με ξυπνάει από λήθαργο ακαθόριστης φωνής νανούρισμα. Τι σε φέρνει εδώ; Η φωνή που φοβάσαι να ακούσεις. Μουτζούρα οι λέξεις κι όμως πίσω από εικόνες έμεινα ζωντανή. Πως αλλιώς θα σου μιλήσω; Ματαιότητα ζωγραφισμένη στο δικό σου πρόσωπο, μα σ’ αγαπώ. Ζωγράφισε μου τον ήλιο να καώ σε μια πύρινη λαίλαπα. Ή όχι. Φεγγάρι ζωγράφισε μου, να κάνω το πιο μακρινό ταξίδι, να βρεθώ αιωνιότητες μπροστά και πίσω στον χρόνο, να ζήσω μόνο το ταξίδι που καθόρισες για μένα. Παραμιλώ ώρες μπροστά σε σπασμένο καθρέφτη. Σε γυαλιά πεταμένα από ‘δω και από ‘κει. Έχω κι αλλά να πω. Και θα τα πω, μόλις εσύ μου τελειώσεις τον χρόνο. Φερ’ τον μπροστά, φέρε πίσω δείχτες και δευτερόλεπτα. Το ίδιο ακίνητο συναίσθημα που ποτέ δεν έσβησε ούτε ο χρόνος ούτε η σιωπή. Λεύκες λέξεις, μαύρες σκέψεις. Χαρτιά τσαλακωμένα, με μάτια μάλλον βουρκωμένα, σ’ αγαπώ πεταμένα σε όνειρα χαμένα. Παραμιλητό βαθύ, μα, γιατί καρδιά μου εσύ απορείς; Νιώθω εγκατάλειψη και θυμό μα προσπαθώ ακόμα να πετάξω, με φτερά ανύπαρκτα, αλλά με πίστη. Στο «εμείς». Ναι, αγάπη μου στο εμείς. Είδες; Άλλαξα. Όχι εγώ. Όχι εγώ και εγωισμός. Εμείς. Μια λέξη, δυο όμως πρόσωπα αγαπημένα να ζουν χαράς απρόσμενες στιγμές. Μιλώ ακόμα, δεν με ακούς; Χάθηκες σε σκοτεινές, ερειπωμένες μοναξιές, σε κρεβάτια ξένα κι άβολα. Γυρίζεις εκεί, με ματιές κλεφτές και ονειρεμένες φαντασιώσεις. Δημιουργείς κόσμο δικό σου. Στο σώμα μου επάνω πλάθεις πλάσματα ξένα και γνωστά. Προκαλείς κινδύνους με αίμα και φόβο, ανακαλείς έρωτα και πόθο. Πόλεμος με τα πλάσματα σου, νίκη μόνο στον έρωτά σου. Κόκκινο πανί για την αγάπη. Την κανείς να παλέψει αγρία θηρία, αποστάσεις και σιωπές. Σε παρακαλώ, νίκησέ τα. Μου το χρωστάς. Τώρα νιώθω καλά. Έφυγε μάλλον ο πόνος της σιωπής, αφού σου παραμιλώ και κοιμάσαι δίπλα μου. Φόβους αναπολούσα με χρόνους φανταστικούς και μυθοπλασίες που με κυβερνούσαν.

Κοιμήσου αγάπη μου. Κοιμήσου κι ο χρόνος, θα παγώσει στην στιγμή.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μελίνα Μητροπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

49 shares

See You In FB