Χαμογέλα απλά. Απλά και όμορφα.

της Μαίρης Τσιόικα 

Είναι ένα από εκείνα τα βράδια, που όλοι κοιμούνται γύρω, μέσα μου. Είναι κάποιες κουβέντες-λόγια αδιάφορα, για έναν απλό παρατηρητή, που στα δικά μου όμως αυτιά κάνουν ένα κλικ αλλιώτικο, μυστήριο. Ένα κλικ λίγο πιο απόκοσμο, που σχεδόν βίαια γεμίζει ερωτηματικά το κεφάλι μου και με οδηγεί σε συλλογισμούς δεκάδες, μέχρι να το αποκωδικοποιήσω και έπειτα να το καταγράψω.
Ήταν νωρίς το απόγευμα σήμερα, όταν άκουσα ένα οχτάχρονο παιδί να ξεστομίζει το όνομα ενός πεθαμένου-αγαπημένου, που δεν πρόλαβε παρά μόνο λίγα χρόνια, να τον γνωρίσει ζωντανό. Μιλούσε λοιπόν με τέτοια καθαρότητα σαν να τον γνώριζε πιότερο και από εμάς που τον είχαμε ζήσει χρόνια. «Θυμάμαι πως μου πήρε ένα ποδοσφαιράκι. Μου το έδωσε και μου χαμογέλασε, δεν ήθελε φιλί , απλά μου το ΄δωσε. Ήταν καλός γι’ αυτό τον θυμάμαι», μου είπε. Η εικόνα του θείου σχηματίστηκε αμέσως στο μυαλό μου, ακριβώς έτσι όπως είπε ο μικρός, να χαμογελά και να προσφέρει χωρίς αντάλλαγμα. Το μικρό οχτάχρονο μυαλουδάκι με γοήτευσε. Αυτή η απλότητα στην αντιμετώπιση των ανθρώπων, της ίδιας της ζωής, ήταν αυτό το κλικ που περίμενα. Ίσως εκεί σκέφτηκα, να ‘ναι το νόημα της ζωής, μέσα σε αυτή την απλότητα. Ίσως όλη αυτή η ανάλυση που με τα χρόνια στοιχειώνει τον ανθρώπινο νου, να ρούφηξε τη μαγεία των πραγμάτων.
Για μερικά λεπτά έκλεισα τα μάτια και εστίασα στο σκοτάδι που απλώθηκε γύρω μου. Δεν υπήρχε τίποτα, ούτε εγώ η ίδια. Παλιότερα δεν το κρύβω, φοβόμουν το σκοτάδι, όχι πια. Έπειτα άνοιξα τα βλέφαρα και με μια ματιά λιγότερο κριτική αντίκρισα τον κόσμο. Έτρεξα αμέσως στο παράθυρο. Οι κόρες των ματιών ακολούθησαν την πτώση της βροχής. Σκέφτηκα πως θα ‘θελα να βγω στο δρόμο, να βρεχτώ και να φωνάξω σαν παιδί. Έτσι και έκανα. Η καρδιά μου χτύπησε κόκκινο και ο ουρανός έπαψε να μοιάζει γκρίζος. Γύρισα σπίτι μούσκεμα, πλύθηκα, άλλαξα ρούχα, ζέστανα γάλα και έφαγα μια σοκολάτα ολόκληρη, χωρίς τύψεις. Έβαλα μουσική χόρεψα και ζωγράφισα. Όλα κυλούσαν τόσο όμορφα, τόσο απλά όμορφα.
Για ένα ολόκληρο απόγευμα ήμουν πάλι εκείνο το παιδί που είχα αφήσει πίσω χρόνια, ή που με ανάγκασαν να αφήσω πίσω. Μου είχε λείψει όλη αυτή η ξεγνοιασιά. Άνοιξα τηλεόραση. Πρόσωπα και εικόνες φαινόταν πια λιγότερο τρομακτικά. Γρήγορα βαρέθηκα και την έκλεισα. Τέλος άνοιξα ένα παλιό άλμπουμ με φωτογραφίες. Αναζητώντας τον χαμένο μου εαυτό, έπεσα πάνω σε μια εικόνα του Θείου, που με κρατούσε στην αγκαλιά του. Παρατήρησα, πως και οι δύο είχαμε το ίδιο πλατύ χαμόγελο στη φωτογραφία. Έκλεισα τα μάτια. Λίγα λεπτά αργότερα επέστρεψα στο σήμερα. Κοιτώντας ξανά το χαμόγελο του θείου συνειδητοποίησα, πως δεν είχε αλλάξει καθόλου η εικόνα του στα μάτια μου όλα αυτά τα χρόνια. Ίσως τελικά αυτό είναι το νόημα στη ζωή, η απλότητα του χαμόγελου στα χείλη ενός μεγάλου ανθρώπου, ίσως αυτό να λείπει απ’ αυτή τη ζωή. Έτρεξα στο περίπτερο αγόρασα μια σοκολάτα για να την δώσω στο μικρό μου φίλο, να του χαμογελάσω και να μου χαμογελάσει κι αυτός απλά. Απλά και όμορφα.

Στον αγαπημένο μου θείο Σωτήρη.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB