Τσαλακωμένο χαρτονόμισμα

της Αναστασίας Καλοβέρου

Κατηφόριζα στον κεντρικό δρόμο για να γεμίσω το πορτοφόλι μου χρήματα από το μηχάνημα της τράπεζας, ώστε να πληρώσω τους λογαριασμούς του μήνα. Δεύτερο βράδυ του νέου έτους, μα η πλατεία Ναυαρίνου, είχε αραιό κόσμο κι ας ήταν Ιανουάριος. Μια παρέα στο ξύλινο παγκάκι, είχε στήσει μερικά ποτήρια τσίπουρο και αλμυρά στη λαδόκολλα. Ήταν ασπρομάλληδες και κερνούσαν.
Ανάμεσα στα «χρόνια πολλά» που αντάλλαζαν, άκουσα:
-Ευτυχώς, καθόλου παγωνιά δεν κάνει κι ας είμαστε στην καρδιά του χειμώνα.

Πέρασα βιαστικά από μπροστά τους κι όταν πλησίαζα προς τη βουή και τη φασαρία της κίνησης του κεντρικού δρόμου, περπάτησα δίπλα από ένα κορμί τυλιγμένο στα μαύρα, σ’ ένα βρώμικο στενό, στη σκοτεινή είσοδο μιας πολυκατοικίας.
Κοιμισμένος στο πλάι ήταν, όταν προσπέρασα.
Έμεινε η σκέψη μου πίσω, ενω συνέχισα να περπατώ.
Δέκα βήματα πιο κάτω, άνοιξα το πορτοφόλι μου για να βγάλω την κάρτα και να πληκτρολογήσω τον κωδικό κι εκεί… δίστασα…ντράπηκα.

Είπα μέσα μου: σ’ευχαριστώ, που έχω όσα χρειάζομαι.

Ένα τσαλακωμένο χαρτονόμισμα ήταν ξεχασμένο στη θήκη του πορτοφολιού. Γυρνώντας πίσω, προς το σπίτι, το έβγαλα και το κράτησα τσαλακωμένο σφιχτά στο χέρι μου.
Πλησίασα την ανθρώπινη φιγούρα και το άπλωσα μπροστά του.
Δυο τεράστια μάτια, άνοιξαν διάπλατα και κοίταξαν ψηλά.
Με κοίταξαν φοβισμένα και ένα χέρι σηκώθηκε λαίμαργα και άρπαξε το χαρτονόμισμα. Μετά μαζεύτηκε και χαμήλωσε το βλέμμα του.
Αναρωτήθηκε, ίσως. Ένα μικρό, τόσο δα, φευγαλέο δευτερόλεπτο.
Χαμογέλασα με αμηχανία. Δεν ήξερα τι να του πω. Αισθάνθηκα τόσο μικρή. Απομακρύνθηκα κοιτώντας το συννεφιασμένο βραδινό ουρανό.
Πόσο άξιζαν αυτά τα δυο ανθρώπινα μάτια που είδα και με τάραξαν για ώρες.
Πόσο, άραγε, αξίζει η αξιοπρέπεια.
Πήρε γρήγορα το, μικρής αξίας, χαρτονόμισμα και λούφαξε.
Όμως τα μάτια του, τα πήρα εγώ μαζί μου.
Τα μάτια του ,εκείνα, αποτύπωσαν στην καρδιά μου, τη λαχτάρα που είχε για ένα μικρό, τσαλακωμένο, ξεχασμένο χαρτονόμισμα.
Φορούσε παντόφλες, χωρίς κάλτσες και κρυβόταν στο χοντρό μαύρο του παλτό. Κι απ’ το σκούφο του πρόβαλαν αυτά τα φοβισμένα, ζωντανά μάτια.
Μια στιγμή ήταν κι αυτή.
Σαν δαρμένο, φοβισμένο σκυλί σε μια γωνιά του δρόμου, χωρίς οικογένεια, χωρίς σπίτι.
Πρώιμο βράδυ Ιανουαρίου του 2018.

Στην καρδιά του χειμώνα, λέγανε.
Ευτυχώς, που δεν κάνει μέχρι τώρα παγωνιές… λέγανε οι κουβέντες, πιο πριν, όσο η παρέα καθισμένη στο παγκάκι, ζέσταινε με το τσιπουράκι τα στεγνά τους λαρύγγια.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

34 shares

See You In FB