Τσάι με λεμόνι στην ταράτσα

της Δέσποινας Μπορουτζή

Πριν από αρκετές δεκαετίες, πριν η αντιπαροχή μεταμορφώσει δραματικά το αστικό τοπίο στην Ελλάδα, η γειτονιά ήταν ένα ζωντανό κύτταρο κοινωνικής ζωής, ένας χώρος ενδυνάμωσης του κοινωνικού ιστού. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν και μια μικρογραφία – έστω σε επίπεδο πιο καθημερινών συζητήσεων – της αρχαίας Αγοράς. Βέβαια, πέρα από τα χαμηλά σπίτια, τα ταπεινά σκαμνάκια και τις μοσχοβολούσες γλάστρες με βασιλικό, υπήρχαν και πλήθος άλλοι λόγοι που έκαναν τους ανθρώπους να γειτνιάζουν ψυχικά. Κυριότεροι είναι η έλλειψη των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης , οι πιο χαλαροί ρυθμοί ζωής, ίσως ακόμα – ακόμα και η δυσκολία για τα προς το ζην που έδενε τους ανθρώπους του μεροκάματου. Τότε, που η φτώχεια δεν ήταν ντροπή για να την κρύβει κανείς.

Αντίθετα, στα σύγχρονα οικοδομικά τερατουργήματα των ελληνικών τσιμεντουπόλεων με την κάθετη δόμηση η γειτονιά απουσιάζει. Και αυτό φυσικά έχει επίπτωση στους πεπιεσμένους σαν χαρτί αστούς. Ο συνωστισμός, αντί να φέρνει σε πλησίασμα τους ανθρώπους, τους απομακρύνει ή ακόμα γεννά αντικοινωνικές έως και βίαιες συμπεριφορές. Αυτό δεν πρέπει να μας φαίνεται παράδοξο, εφόσον ο κάθε άνθρωπος έχει ανάγκη από προσωπικό ζωτικό χώρο, που του επιτρέπει ελευθερία κινήσεων. Στο κέντρο των μεγάλων πόλεων τείνει να καταστεί πλέον πολυτέλεια το «απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής», όταν τα απέναντι μπαλκόνια απέχουν μόλις πέντε μέτρα. Ο πολίτης συρρικνώνεται ψυχικά, γίνεται ολοένα σαν το φοβισμένο Μήτσο του Λαζόπουλου. Κατεβάζει το παντζούρι για να ντυθεί, ακούει μουσική χαμηλόφωνα μήπως και ενοχλεί, τραγουδά σιγανά από φόβο μην εκτεθεί.

«Ποτέ άλλοτε οι στέγες των σπιτιών των ανθρώπων δεν ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη, όσο είναι σήμερα. Και ποτέ άλλοτε οι καρδιές των ανθρώπων δεν ήταν τόσο μακριά η μία από την άλλη, όσο είναι σήμερα» γράφει ο Αντώνης Σαμαράκης στη συλλογή διηγημάτων του «Ζητείται ελπίς».

Τα πράγματα θα ήταν ίσως πιο εύκολα – από άποψη υγιούς κοινωνικοποίησης – αν, αντί να ντρεπόμαστε τον «ξένο», όταν τραγουδάμε φάλτσα, μπορούσαμε να τον καταστήσουμε φίλο ή εν πάση περιπτώσει επώνυμο γείτονα. Διότι να γκρεμίσουμε τις κολλημένες πολυόροφες πολυκατοικίες είναι ένα αίτημα μη ρεαλιστικό. Να εξανθρωπίσουμε την καθημερινότητά μας σ’ αυτές, όμως, σημαίνει ποιότητα ζωής.

Αναμφίβολα τρεις βασικούς πυλώνες ποιότητας ζωής συνιστούν: η επαφή με το φυσικό περιβάλλον, η αισθητική, οι κοινωνικοί δεσμοί και οι ανθρώπινες σχέσεις. Όλα αυτά, λοιπόν, μπορούν να ικανοποιηθούν σε κάποιο βαθμό από μια τόσο απλή κίνηση: την αξιοποίηση των ταρατσών!

Για ένα διάστημα είχε λάβει αρκετή δημοσιότητα η περιβόητη πρόταση «πράσινες στέγες». Τη στηρίζουμε ανενδοίαστα. Επειδή, όμως οι «πράσινες στέγες» απαιτούν συγκεκριμένη τεχνογνωσία, συντήρηση και είναι πολυέξοδες στη διαμόρφωσή τους, ελλείψει επαρκούς οικονομικής στήριξης από την πολιτεία, χωλαίνουν.

Θα μπορούσε να γίνει κάτι πολύ πιο απλό: κάθε ταράτσα μια μικρή αυλίτσα! Με μεγάλες γλάστρες, με δενδρύλλια, ζαρντινιέρες με λουλούδια και … τραπεζάκια κάτω από τον ουρανό! Γιατί να μην αναλογεί ένα μικρό καφέ πνιγμένο στο πράσινο ανά πολυκατοικία; Τα οφέλη πολλά. Το πράσινο θα αύξανε, η όψη των κτηρίων θα βελτιωνόταν, η ηχορύπανση θα μειωνόταν, και, το σημαντικότερο, οι ένοικοι μιας πολυκατοικίας επιτέλους θα γνωρίζονταν μεταξύ τους! Το κόστος είναι ελάχιστο και σχεδόν άπαξ, το κοινωνικό κέρδος όμως απροσμέτρητο. Όσο για το υλοποιήσιμο του εγχειρήματος, είναι τόσο δύσκολο όσο η οργάνωση και η ανάθεση της είσπραξης των κοινοχρήστων στον εκάστοτε διαχειριστή της πολυκατοικίας.

Και εδώ ως πολίτες οφείλουμε να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Εδώ το κράτος, μια και το θέμα δεν απαιτεί καμία θεσμική παρέμβαση ή ουσιαστική οικονομική στήριξη, δεν μπορεί να παίξει μεγάλο ρόλο. Εδώ χρειάζεται η δική μας καλή πίστη και θέληση. Να βγούμε απ’ το καβούκι μας. Να κοιτάξουμε το διπλανό μας στα μάτια. Η κάθε ταπεινή ταράτσα, τους θερινούς μήνες, μπορεί να γίνει η αφορμή να παίξουν τάβλι δυο συνταξιούχοι που καλά – καλά δε λέγαν «καλημέρα». Ένας τρόπος να πλησιάσουμε το μετανάστη και να μάθουμε για τη ζωή του. Μια ευκαιρία να γνωρίσουμε τη νέα εργαζόμενη, που μπορεί σε μια ανάγκη να κρατήσει το μωρό μας. Το έναυσμα για να ερωτευτούν δυο φοιτητές. Δεν είναι ρομαντικό. Είναι εφικτό.

Οι εσωτερικές αυλές που βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Μαζί τους και η αγνή καλημέρα των ανθρώπων. Αν σκεφτούμε όμως πιο αφαιρετικά, λιγότερο καχύποπτα, με γνώμονα μια πραγματική κοινωνία ανθρώπων, θα μπορούσαμε να δώσουμε ζωή σε μια τέτοια απλή πρωτοβουλία, που θα έδινε ένα άλλο νόημα σ’ ένα απόβραδο Πέμπτης, πέρα από αυτό της αποχαύνωσης στην TV.

Ήδη έχουμε κάποια ελπιδοφόρα δείγματα, όπως αυτό της οδού Σβώλου, όπου στήνεται ένα μεγάλο τραπέζι με συνδαιτυμόνες τους κατοίκους της περιοχής. Γιατί όχι και μια πιο τολμηρή πρωτοβουλία με μονιμότερο χαρακτήρα; 

Αλεξάνδρου Σβώλου, Θεσσαλονίκη. Από τη Niki Zervou.
Ετικέτες: ,

Related Posts

Δέσποινα Μπορουτζή
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

154 shares

See You In FB