Το χρυσό αστέρι

της Μαίρης Τσιόικα 

Δεκέμβρης 1940.

Η Λίλη τσαλακώνει βιαστικά τη σελίδα του βιβλίου της. Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Σε λίγες ημέρες θα γίνει επισήμως γυναίκα σκέφτεται, έφτασε κιόλας τα δεκαεφτά. Ένα κορίτσι αλλιώτικο απ’ τα άλλα, με χρυσά αγγελικά μαλλιά και δύο μεγάλα καταπράσινα μάτια. Λεπτοκαμωμένη, με πλούσιο στήθος, αρκετά όμορφη ή μάλλον λάθος δεν ήταν όμορφη, διέθετε εκείνο το μυστήριο στο βλέμμα ακόμη και στην κίνηση που την έκανε γοητευτική, απροσδιόριστη. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της εντούτοις, ήταν η μελωδική της φωνή. Κρυφό της όνειρο, ήταν να γίνει μεγάλη τραγουδίστρια, που θα λάτρευαν τα πλήθη να ακούν. Τέτοια όνειρα ωστόσο ήταν μη επιτρεπτά, σε άτομα απ΄το δικό της σινάφι. Παλιότερα δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Οι εποχές ήταν δύσκολες για μεγαλεπήβολους στόχους και σχέδια πια.

Σήμερα ήταν η μέρα της, τα γενέθλιά της. Με προσοχή φόρεσε το πιο ακριβό της φόρεμα, ήταν ένα πράσινο βελούδινο, που έγλυφε το κορμί της απ’ τους ώμους μέχρι και τους αστραγάλους. Πέρασε με λεπτεπίλεπτους χειρισμούς τις πέρλες γύρω από τον ψηλόλιγνο λαιμό. Ανέβηκε αθόρυβα στα χρυσά της γοβάκια. Έστρεψε το βλέμμα στον σκονισμένο καθρέφτη και κέντησε μια μεγάλη πλεξούδα γύρω από το κεφάλι της. Έμοιαζε να ετοιμάζεται για κάτι σπουδαίο, σπουδαιότερο και απ’ τα δεκαεφτά χρόνια που θα έσβηνε στην τούρτα, που δεν είχε φέτος την τύχη να σβήσει. Κανείς δεν γνώριζε τον προορισμό της εκείνο το βράδυ, μα και κανείς δεν τολμούσε να ξεστομίσει την ερώτηση. Σαν αθόρυβοι θεατές τα αδέλφια της, παρακολουθούσαν την κάθε της κίνηση. Όταν πια πέρασε το κατώφλι της πόρτας, της έγνεψαν με αγωνία και ψυχρό χαμόγελο, σφραγίζοντας την πόρτα πίσω της με πλήρη μυστικότητα.

Η γριά νύχτα είχε σκεπάσει το Παρίσι, μερικά λαμπιόνια κρατούσαν συντροφιά στα βήματά της. Σαν παιχνιδιάρικη σκιά, η Λίλη έδινε ζωή στα σοκάκια της πόλης, με τον ήχο τον τακουνιών της. Βάδιζε αργά, μα σταθερά. Τα χνώτα της σχημάτιζαν σύννεφα γύρω απ’ το πρόσωπό της, λες και είχε τραβήξει μια γερή ρουφηξιά τσιγάρου και άδειαζε τα μολυσμένα πνευμόνια της. Ο δρόμος έμοιαζε ατελείωτος. Κάθε τόσο έκανε παύσεις, έριχνε μια βιαστική ματιά πίσω της και έπειτα έπαιρνε πάλι ώθηση, με βήμα πιο σίγουρο αυτή τη φορά.

Έπειτα από αρκετή περιπλάνηση, σταμάτησε μπροστά σε ένα φωτεινό κτήριο, ίσως το πιο φωτεινό κτήριο της πόλης. Άνοιξε την πόρτα, με μια βαθιά ανάσα έκανε το πρώτο βήμα και εξαφανίστηκε μέσα της. Οι ώρες κυλούσαν, αλλά η Λίλη δεν έλεγε να εμφανιστεί και πάλι στους έρημους δρόμους. Μόνο όταν το φεγγάρι τελείωσε τη σκοπιά του, εμφανίστηκε και πάλι.

Η νέα μέρα, της έδωσε βήμα σιγουριάς, βήμα ανάλαφρο. Στιγμή δεν κοιτούσε πίσω της πια. Με το κεφάλι ψηλά και ύφος ελαφρώς υπεροπτικό, διέσχισε χωρίς φόβο την πόλη. Προτού φτάσει στο σπίτι , έκανε μια φούρλα εντυπωσιακή γύρω από τον εαυτό της . Όλοι την πέρασαν για τρελή, μα δεν έδειξε να την απασχολεί η γνώμη του κόσμου. Το χαμόγελο της ήταν τόσο πλατύ, που αποκάλυψε τα στραβά ντελικάτα δόντια της. Όταν πια έφτασε στο σπίτι, με τρεις διαδοχικούς χτύπους κάπως συνωμοτικά χτύπησε την πόρτα. Ένα χέρι ξεπρόβαλε σαν πλοκάμι και την έχωσε ξανά μέσα στο κτήριο, απ’ όπου είχε δραπετεύσει το προηγούμενο βράδυ.

Λίγο πριν ξαπλώσει και παραδοθεί στον γλυκό ύπνο που πλησίαζε, έριξε μία φευγαλέα ματιά στο κίτρινο αστέρι που ήταν άγαρμπα τοποθετημένο πάνω στο ρούχο της. Για τελευταία φορά χαμογέλασε και έκρυψε το ρούχο κάτω από το κρεβάτι της. Έπειτα κοιμήθηκε, παραδίδοντας ψυχή και σώμα σε έναν ύπνο βαθύ δίχως αύριο. Μέσα της γνώριζε, πως εκείνο το κρύο Χριστουγεννιάτικο βράδυ, μάγεψε με την φωνή της όλο τον κόσμο, στο πιο φανταχτερό σημείο της πόλης και αυτή η γνώση της έδωσε την λύτρωση που αναζητούσε, λίγες μέρες προτού βάλει για τα καλά τη ριγέ πιζάμα που την καταδίωκε.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

27 shares

See You In FB