Το χρέος

της Λουκίας Πέτρου

Ο καιρός είχε αρχίσει να χαλάει και πάλι. Οι πρώτες νιφάδες ξεκίνησαν να πέφτουν και ο αέρας ψυχρός, του πάγωνε το πρόσωπο. Τις σκούπισε βιαστικά. Δεν είχε χρόνο. Σήμερα, θα τελείωναν όλα. Αυτό που ξεκίνησε πριν 30 χρόνια, θα έφτανε στο τέλος. Το χρέος θα πληρωνόταν σήμερα.
Περπατούσε γρήγορα στο δάσος, ψάχνοντας το ξέφωτο. Εκεί, που είχαν αρχίσει όλα. Εκεί, που όλα σταμάτησαν για πάντα.
Η ματιά του περιπλανήθηκε στο χώρο, ψάχνοντας τα σημάδια. Τίποτα δεν ήταν όπως τα είχε αφήσει. Όλα είχαν αλλάξει. Μα εκείνος γνώριζε. Τα σημάδια, που είχε αφήσει ήταν εκεί. Τα αναζήτησε στα σπασμένα κλαδιά και τα θροΐσματα των παγωμένων φύλλων. Στις φωνές των πουλιών και τα ουρλιαχτά των λύκων. Τα πάντα ήταν λευκά, παγωμένα από το χιόνι που έπεφτε όλες αυτές τις μέρες. Μα η καρδιά του, ήταν πιο παγωμένη. Τριάντα χρόνια μετά κι όλα εξακολουθούσαν να είναι παγωμένα. Τόσο στην καρδιά, όσο και στο μυαλό του.
Και τότε είδε τον καπνό, να βγαίνει από την καμινάδα. Μαύρος, σαν παραφωνία στο λευκό σκηνικό. Κι εκείνος, να κόβει και να στοιβάζει ξύλα για το χειμώνα που ήταν ήδη εκεί. Το ίδιο αγέρωχος και σκυθρωπός όπως πάντα. Ίδιος, όπως και τότε…
«….Μπαμπά, τρέχα να δεις τι έφτιαξα. Έναν ολόκληρο χιονάνθρωπο!! Μόνη μου!! Έχει και καρότο για μύτη! Έλα μπαμπά μου!» Οι φωνές και τα γέλια της μονάκριβης του κόρης, ηχούσαν δυνατά στο ξέφωτο του δάσους. Η μητέρα της ετοίμαζε το φαγητό και την καμάρωνε από το παράθυρο της κουζίνας. Αυτός έκοβε ξύλα. Ο χειμώνας θα ήταν βαρύς φέτος. Ήταν Οκτώβριος κι ήδη τα πάντα ήταν παγωμένα. Άφησε το τσεκούρι στο πλάι και κίνησε να δει το χιονάνθρωπο που έφτιαξε η μικρή του.
Μα δεν ήταν μόνη της. Ένας άνδρας στέκονταν δίπλα της και της χάιδευε γελώντας τα μαλλιά. Η μικρή του, τον κοίταξε φοβισμένη. Πάγωσε. Νόμιζε πως είχε ξεφύγει. Πως είχε ξεμπερδέψει με την παλιά του ζωή και οικογένεια. Πως εδώ, δεν θα τον έβρισκαν. Πως εδώ, δεν θα ήταν ο γιος και ο αδελφός των φονιάδων. Ένα βαρύ χτύπημα από πίσω κι όλα σκοτείνιασαν. Μα πριν σκοτεινιάσουν, πρόλαβε να ακούσει εκείνες να ουρλιάζουν από φόβο και πόνο. Και μετά σιωπή… Και σκοτάδι. Για 30 χρόνια.
Τριάντα χρόνια…Τόσα πέρασε στη φυλακή για τους φόνους, που δεν έκανε. Για εκείνες που δε σκότωσε. Κανείς δεν τον πίστεψε. Ήταν ο γιος φονιά. Αδελφός φονιάδων. Πολύ εύκολο να σκοτώσει. Μόνο εκείνη τον πίστευε. «Αυτά τα χέρια», του έλεγε «δεν είναι πλασμένα για να σκοτώνουν. Μόνο για να δημιουργούν. Να χαϊδεύουν και να αγαπούν…». Μα εκείνη, δε ζούσε πια.
Τριάντα χρόνια στη φυλακή, δεν άρθρωσε ούτε μία λέξη. Σκυμμένος, σκάλιζε στο ξύλο τις φιγούρες της γυναίκας του και του παιδιού του. Άλλες φορές πάλι, σκάλιζε χιονάνθρωπους. Πάντα αμίλητος. Μόνο κάποια βράδια, που έξω χιόνιζε πολύ, τον άκουγαν να παραμιλάει και να φωνάζει πως το χρέος πρέπει να πληρωθεί.
Κι έφτασε η ώρα… Αμίλητος περπάτησε και έφτασε κοντά του. Εκείνος σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε.
«Σε περίμενα», του είπε, «έμαθα πως βγήκες».
«Γιατί το έκανες;», τον ρώτησε, «δε σου έφταιξαν. Κανείς μας, δε σας έφταιξε σε κάτι.»
«Κανείς, δε φεύγει έτσι από την οικογένεια μας. Χρωστούσες την ύπαρξη σου σε μας! Και εσύ ήσουν δειλός, ντροπή για όλους μας!»
Άνοιξε το παλτό του κι έβγαλε από μέσα το τουφέκι. Τον σημάδεψε στο κεφάλι και όπλισε.
«Είσαι δειλός, δε θα το κάνεις!», του φώναξε περιπαικτικά.
«Αυτά τα χέρια είναι πλασμένα για να δημιουργούν, όχι για να σκοτώνουν…», άκουσε μία φωνή να του ψιθυρίζει. Γύρισε αλαφιασμένος. Κανείς, μόνο ο αέρας να κουνάει τα παγωμένα φύλλα.
Σήκωσε το όπλο ψηλά και πυροβόλησε 3 φορές προς την πλαγιά. Μία φορά για κάθε ζωή που χάθηκε, μαζί και τη δική του. Έκρυψε το τουφέκι στο παλτό του κι άρχισε να τρέχει γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πίσω του, ο αδελφός του γέλαγε και του φώναζε πως είναι δειλός, ανίκανος!
Και τότε ακούστηκε το βουητό. Το χιόνι ξεκίνησε από την κορυφή της πλαγιάς και στο δρόμο έγινε μάζα που παράσερνε ότι έβρισκε στο διάβα του. Κι όταν πια έφτασε στους πρόποδες, έπεσε με δύναμη και ορμή πάνω στο σπίτι καταπλακώνοντας τα πάντα. Μαζί κι εκείνον.
«Το χρέος μου πληρώθηκε», ψιθύρισε και εξαφανίστηκε μέσα στο δάσος χωρίς να γυρίσει πίσω να κοιτάξει.
Κανείς δεν ξανάκουσε γι΄αυτόν και κανείς δεν τον ξαναείδε.
Μόνο κάθε Άνοιξη, όταν το χιόνι έλιωνε και τα δέντρα έδιωχναν τον άσπρο τους μανδύα, έβρισκαν σκαλισμένα στους κορμούς τους τις φιγούρες ενός παιδιού να παίζει, μίας γυναίκας να χορεύει και ενός χιονάνθρωπου που είχε για μύτη ένα καρότο.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB