Το βάρος

της Αναστασίας Βούλγαρη 

Ταξιδεύει όλο το βράδυ. Ανοίγει τα μάτια του και συνειδητοποιεί ότι έφτασε. Έφτασε στον προορισμό του. Θα ξεκινήσει μία νέα ζωή. Το έχει αποφασίσει. Πρέπει να το κάνει. Το χρωστάει σ’ εκείνη. Του αξίζει να μείνει μόνος του. Αυτό αισθάνεται. Αυτό πιστεύει για τον εαυτό του. Θα είναι σκληρός από εδώ και πέρα με τον Ανδρέα. Τον Ανδρέα που λάτρευε την Μαίρη. Την γυναίκα που του χαμογέλασε και η καρδιά του χτύπησε τόσο δυνατά για πρώτη φορά. Και αυτός τι έκανε; Δεν θέλει ούτε να το σκέφτεται. Βγαίνει από το τρένο κρατώντας μία μαύρη σακούλα. Περπατάει προς την έξοδο του σταθμού. Κόσμος, φωνές, παιδικά χαμόγελα, ζευγάρια χέρι-χέρι. Οι εικόνες αυτές του στοιχειώνουν την ψυχή. Το ξέρει πως όπου και αν πάει, όσο μακριά και αν ταξιδέψει, το βάρος αυτό θα το κουβαλάει μαζί του. Βάρος; Ντρέπεται και μόνο που το σκέφτηκε για τους δύο τους. Για την σχέση τους. Σηκώνει το χέρι και ξάφνου μπροστά του ένα ταξί. Μπαίνει μέσα. Οι σκέψεις συνεχίζουν να χορεύουν μέσα στο μυαλό του. Νιώθει πως θα εκραγεί. Πως της το έκανε αυτό; Ο ήχος του κινητού του τον διακόπτει και πάλι. Ο γιατρός του. Για ένατη φορά. Πατάει αγνόηση και ζητάει να κατέβει. Ανοίγει την πόρτα και ακούει την φωνή του ταξιτζή. Κάτι του είπε. Δεν κατάλαβε ακριβώς. Ίσως, ότι δεν είχαν φτάσει στην πλατεία ακόμα. Και αν έφταναν, τι θα άλλαζε, σκέφτεται. Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Το κακό είχε γίνει. Και αν όχι; Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Πώς να της το πει;

Το κινητό του δονείται ξανά. Ο γιατρός του πάλι. Τι να θέλει; Ότι ήταν να του πει, του το είπε, σκέφτεται και πετάει το κινητό του στην σακούλα. Συνεχίζει να περπατάει, αποφεύγοντας όλες τις κλήσεις. Φτάνει στην λίμνη. Περιμένει να νυχτώσει. Οι ώρες περνάνε και ο Ανδρέας φέρνει ξανά στην μνήμη του την τελευταία φορά που αντίκρισε τα υγρά πράσινα μάτια της Μαίρης. Το πρόσωπο της έλαμπε από ευτυχία. Πώς θα μπορούσε να της το καταστρέψει όλο αυτό; Τι να της έλεγε; Το ήξερε πως δεν θα έβρισκε τα κατάλληλα λόγια ποτέ. Δεν θα άντεχε να αντικρίσει το πρόσωπο της πληγωμένο από εκείνον. Ανοίγει την σακούλα και βγάζει την αλυσίδα. Τυλίγει το σώμα και το κεφάλι του. Το έχει πάρει απόφαση. Αυτό του αξίζει, σκέφτεται και χάνεται μέσα στην λίμνη. Το κινητό του συνεχίζει να χτυπάει, αλλά κανείς δεν το σηκώνει πια. Αυτή την φορά ήταν η Μαίρη. Η Μαίρη που όλο το βράδυ τον έψαχνε. Αλλά, τώρα πια ήταν αργά.

Την επόμενη μέρα, το πρωί, βρέθηκε κοντά στην σορό του μία σακούλα και ένα κινητό γεμάτο φωνητικά μηνύματα. Το τελευταίο ήταν από την Μαίρη.
«Ανδρέα, αγάπη μου, που είσαι όλη νύχτα; Μόλις, έμαθα τι έχει συμβεί από τον γιατρό σου. Τα αποτελέσματα δεν ήταν δικά σου. Σήκωσε το. Έγινε ένα τρομερό λάθος. Σήκωσέ το. Δεν έχεις εσύ Aids. Γύρνα σπίτι για να σου εξηγήσουμε. Ο γιατρός σου σε ψάχνει όλη μέρα. Μα που έχεις πάει; Και εγώ και το μωρό είμαστε υγιείς, μην ανησυχείς για εμάς».

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Βούλγαρη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

20 shares

See You In FB