Το τέλος πάντα είναι δύσκολο

της Αναστασίας Μιγδάνη

Βρισκόταν ήδη στο τρίτο ποτό όταν εμφανίστηκε. Ψυχρή. Ατσαλάκωτη. Ανέκφραστη. Κάθισε στο διπλανό σκαμπό και παρήγγειλε. Άναψε ένα τσιγάρο και την ρώτησε:
– Τι κάνουν τα παιδιά;
– Δε νομίζω πως βρεθήκαμε για να μιλήσουμε για τα παιδιά, της απάντησε με ηρεμία, ενώ ένιωθε τα μηνίγγια της να χτυπάνε ακανόνιστα.
Αυτή χαμογέλασε και συνέχισε στο ίδιο ύφος.
– Τι θέλεις να πω λοιπόν; Τι να εξηγήσω; Να δικαιολογηθώ; Να ζητήσω συγνώμη; Δεν υφίσταται πια. Γιατί να συζητάμε; Ότι έγινε έγινε.
Τα μηνίγγια της πλέον κόντευαν να ανατιναχτούν. Κατέβασε το υπόλοιπο ποτό με τη μία και παραγγέλνοντας τέταρτο την κοίταξε.
– Μου κάνεις πλάκα, δεν μπορεί. Ένα χρόνο με κορόιδευες πίσω από την πλάτη μου. Εγώ αναρωτιόμουν γιατί άλλαξε η συμπεριφορά του απέναντι μου. Γιατί ήταν απόμακρος. Νευρικός. Ήσουν ο πρώτος άνθρωπος που έπαιρνα τηλέφωνο. Σε κάθε δύσκολη στιγμή. Απεγνωσμένα ζητούσα από κάπου να πιαστώ. Λαχταρούσα μια καλή κουβέντα. Έναν παρήγορο λόγο. Κάτι να με κρατήσει δυνατή. Κι εσύ…
Κατάπιε έναν λυγμό. Δεν ήθελε να δει πόσο ανήμπορη αισθανόταν. Έσφιξε τις γροθιές της και συνέχισε.
Κι εσύ χωρίς να υπολογίζεις τίποτα, έπαιξες το παιχνίδι σου.
Άναψε ένα τσιγάρο και ρουφώντας τον καπνό με δύναμη να πνίξει το μέσα της, συνέχισε:
Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Δεν υπάρχουν εξάλλου. Το μόνο που θέλω είναι να μην σε ξαναδώ μπροστά μου. Να μην ξανακούσω για σένα. Έχω βάλει ένα τεράστιο, κόκκινο Χ σε ότι έχουμε ζήσει μέχρι σήμερα. Φύγε!
Έμεινε αποσβολωμένη, προσπαθώντας να καταλάβει.
Το βλέμμα της όμως δεν άφηνε περιθώρια συμβιβασμού.
Μάζεψε γρήγορα τα τσιγάρα της από το μπαρ και έφυγε. Όχι όπως ήρθε. Το ατσαλάκωτο κορμί της τώρα ήταν ζαρωμένο. Οι ώμοι σκυφτοί. Το περπάτημα βαρύ.
Την κοίταξε να απομακρύνεται. Τα μάτια της βούρκωσαν. Άναψε ένα τσιγάρο και παρήγγειλε ακόμη ένα ποτό.
Καθισμένη πίσω από το μπαρ, παρατηρούσε εδώ και ώρα τις δύο γυναίκες. Φίλες χρόνια. Θαμώνες του μαγαζιού. Ερχόντουσαν κάθε σαββατόβραδο με τους άντρες τους.
Τόσο διαφορετικές. Απόμακρη και ψυχρή η Μαρίνα. Χαμογελαστή και πρόσχαρη η Άννα.
Τόσο δεμένες. Σα να συμπλήρωνε η μία τα κενά της άλλης.
Απόψε όμως, κάτι διαφορετικό συνέβαινε. Η Άννα είχε ήδη πιει τρία ποτά και μόλις είχε ζητήσει και τέταρτο. Άσε, που το πρόσωπο της ήταν αγριεμένο. Μιλούσε έντονα καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Πρώτη φορά την έβλεπε σ’ αυτή την κατάσταση.
Τόσα χρόνια στη νύχτα, είχαν δει πολλά τα μάτια της. Μπορούσε να αναγνωρίσει το κακό που ερχόταν. Έβλεπε τις σφιγμένες της γροθιές. Αντίσταση στο ουρλιαχτό που πάλευε να βγει.
Ξαφνικά, η Μαρίνα μάζεψε βιαστικά τα πράγματα της και εξαφανίστηκε. Το βλέμμα της έπεσε στην Άννα που είχε μείνει μόνη. Την είδε να προσπαθεί ν’ ανάψει ένα τσιγάρο. Τα χέρια της έτρεμαν. Πήρε βιαστικά ένα χαρτομάντιλο από την τσάντα της και φύσηξε την μύτη της. Την πλησίασε και την ρώτησε αν είναι καλά.
Ναι. Λίγο κρυωμένη είμαι. Θα μου περάσει, αποκρίθηκε, ενώ έσκυβε το κεφάλι να μη δει τα μάτια της.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB