Το ταξίδι σου

της Έλενας Χαρτ.

Και τώρα, άσε με να σου μιλήσω.
Ξέρω πως οι φωνές πεταρίζουν ως τις άκρες τ’ ουρανού.
Οι λέξεις θα ξεσφηνώνουν ανάμεσα από τα δόντια σαν πάλλευκα περιστέρια που θα χτυπούν με μανία τα φτερά τους ώσπου να σε συναντήσουν.
Στο υπόσχομαι, πως θα ‘ναι ανόθευτες οι λέξεις μου, για πρώτη μου φορά.
Θ΄ακουμπήσω τις ανέγγιχτες σκέψεις μου σ’ ένα μακρόσυρτο αεράκι ελπίζοντας πως θα ταξιδέψουν ως εσένα.
Γνωρίζω πως δεν έχει σημασία πια, μιας κι η σάρκα σου κάπου βρίσκεται πεσμένη, αποπνιχτικά δεμένη με θρησκόληπτα τεχνάσματα.
«Έτσι κάνουν όλοι» συλλογίζομαι και για λίγο κατευνάζω τα θεριά της σκέψης μου, που τόσο ενοχικά με ρωτούν, που βρίσκεσαι…

Μα αν έστω και για μισή πιθανότητα τα λόγια μου φτάσουν ως εσένα, θα λυτρωθώ.
Τόσα χρόνια σ’ έβλεπα, άλλοτε συχνότερα άλλοτε λίγο πιο αραιά θεωρώντας πως είναι δεδομένη η ύπαρξη σου στη ζωή μου.
Που να ήξερα πως εκείνο το απόγευμα που ο ήλιος έμπηγε τις ακτίνες του οχληρά στα μάτια μου, θα σ’ έβλεπα για ύστατη φορά…
Είχες τα μαλλιά σου ριγμένα κάτω κι οι άκρες τους προστάτευαν την ωχρή επιδερμίδα σου.
«Ήρθα να σε χαιρετήσω», μου λες.
«Στάσου να σου φτιάξω ένα καφέ για τον δρόμο», σου είπα και με δύο δρασκελιές βρέθηκα ν’ ανακατώνω το χαρμάνι.
Είχες κλείσει τα μάτια σου κι απολάμβανες τον ήλιο.
Έναν ήλιο που εγώ θεωρούσα ενοχλητικό κι εσύ πηγή ζωής.
Μιας σύντομης άδικης λαβωμένης ζωής.
«Σ’ ευχαριστώ κοπέλα μου, θα τα ξαναπούμε…» μου λες και μ’ αγκαλιάζεις σφιχτά.
Σαν να ‘θελες να ενώσεις εκείνο το χάσμα μας που για χρόνια το συντηρήσαμε με μια ανθρώπινη στα όρια του φυσιολογικού αδιαφορία.

Βλέπεις ο καθένας έχτιζε το μικρόκοσμο του, λησμονώντας πως σε δύο δευτερόλεπτα όλα μπορούν ν’ ανατραπούν.
Σ’ αγκάλιασα και μια αστραπή σαν φλας φωτογραφικής μηχανής αποτύπωσα τούτη την εικόνα στη μνήμη μου.
Την καθιέρωσα σε μια φορμόλη για να μπορώ να την ξεβράζω κάθε φορά που θέλω να σε ξαναδώ…
Πες με τρελή μα το ένιωσα, πως δε θα σε συναντήσω.
Οι δρόμοι μας σκίστηκαν σαν σκληρό χαρτί εγώ δεξιά, εσύ αριστερά.
Λέξη δε σου είπα, μα τώρα μετανιώνω…
Κι αν κατάφερνα για λίγο να εισβάλλω σαν δραπέτης στο χθες, θα σου διαλαλούσα πόσο σ’ αγαπώ.
Θα το ‘κανα σημαία στα ακροδάχτυλα μου, θα μουτζούρωνα τους τοίχους με μπογιές και συνθήματα αγάπης.
Τώρα, τα λόγια άχρηστα, τα πνίγει μια βαριά μυρωδιά θανάτου.

Τους βλέπω τους ανθρώπους σου από μακριά.
Φοβάμαι να μην τους ταράξω, δε ζυγώνω κοντά.
Σε πενθούν βουβά κι είναι όλοι μαζί κι όλοι χωριά.
Ο καθένας τους γκρεμοτσακίζεται στα δικά του βράχια, σαν πλεούμενα που αμελήσαν τον δρόμο της επιστροφής.
Κι εμένα, μη με λυπάσαι.
Αλλά εκείνους, συμπόνησε τους και μπες στα όνειρα τους.
Να σ’ αισθάνονται τις νύχτες, κάπου δίπλα τους.
Όπως ξενυχτούσες πάνω από τη βρεφική κούνια τους, κοιτάζοντας τα αν αναπνέουν.
Αποκύημα της πειραγμένης φαντασίας μου, ίσως και μια παρήγορη σκέψη μα νιώθω πως μ’ ακούς.
Έγειρα τους ώμους μου επάνω τη φωτογραφία σου κι αντίκρισα τα μάτια σου.
Και τότε δέθηκε στο λαιμό μια πλεκτή αγχόνη που μου λιγόστευε σε μικρές δόσεις την ανάσα.
Μου λείπεις κι ας ημερεύει μέσα μου κι ας γίνεται κομμάτι της σάρκας μου η απώλεια.

Κάθε φορά στο σταθμό του αποχωρισμού, οι βιαστικοί μου άνθρωποι στοιβαγμένοι στα βαγόνια που δε σκοπεύουν να γυρίσουν.
Κι εγώ εκεί, πίσω από τις κολώνες κρυμμένη από τα πλήθη να τους κουνώ το από δάκρυα πλεγμένο μαντήλι.

Καλύπτω τα μάτια μου, φορώντας τα υφάσματα της μπλούζας μου, να μη με δουν που νικιέμαι στο άκουσμα του αποχωρισμού.

Δε θα το προφέρω ξανά τ’ όνομα σου, ούτε θα τ’ αναφέρω, θα το ενταφιάσω κι αυτό μέσα μου.
Σαν αλλά ονόματα που κοιμούνται στο πυθμένα της ψυχής μου.
Αγαπημένες λέξεις μου, που σαν ιερές δεν τις αγγίζω.

Κι ύστερα θα συνεχίσω.
Αρχικά τον δρόμο μου κι έπειτα τη ζωή μου..
Κι εσύ, εγκλωβισμένη σ’ ένα χαρτί που θα διαγραφεί τη νεότητα σου να μου ξυπνάς τους φόβους μιας αντίστοιχης απώλειας.
Να μου ξυπνάς δάκρυα συγκίνησης.
Κι ύστερα θα ανταμώνω τους ανθρώπους σου κι από ευγένεια δε θα τους μιλώ για σένα.
Μην τυχόν και πατήσω στις ευαίσθητες χορδές τους και τραυματιστούν.
Μα εσύ τώρα γνωρίζεις πως να εισβάλλεις στις βουβαμάρες.

Θυμάμαι έντονα τον τόνο της φωνής σου και τα ηχηρά γέλια σου.
Θυμώνω και καταριέμαι την αναθεματισμένη ώρα που σε φίμωσε βίαια.
Αναπολώ την έμφυτη βιασύνη σου, ακόμη και στην οδήγηση σου.
Έτρεχες σαν να ήξερες πως δε θα προλάβεις.
Κι όμως, μοιάζει με αστείο μα αυτή που δεν πρόλαβε είμαι εγώ.

Μόνο με τις λέξεις έμαθα να διορθώνω τα λάθη μου, τα πάθη μου και τις κακοτοπιές μου.
Κι αν μου άφησε κάτι ως παρακαταθήκη η βίαιη φυγή σου, είναι εκείνο το θάρρος να μιλώ δυνατά, να ακούγομαι στο σωστό χρόνο και τόπο. Γιατί ξημερώνουν κάποια πρωινά που η ευκαιρία της επικοινωνίας διακόπτεται με τρόπο θλιβερό.

Για τη νεότητα σου, για τη γενναιότητα σου, το γέλιο σου, την αισιοδοξία σου, τη συνεχή προσπάθεια σου να γίνεις μια σωστή μητέρα και σύζυγος.
Για τις φορές που χαθήκαμε, που πικραθήκαμε, που διαφωνήσαμε, που ζήσαμε μαζί, για τα καλοκαίρια μας, για τη φυσική σου παρουσία στη ζωή μου.
Μα πιο πολύ για την ύστατη σου μάχη με τη νόσο, ως ένδειξη σεβασμού κι απέραντης αγάπης σου χαρίζω τούτες τις λέξεις.

Διονυσία, λείπεις.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Comments

  1. Pingback: Το ταξίδι σου – Λεκτικές Αλχημείες

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

71 shares

See You In FB