Το ταξίδι ενός χάμστερ

της Λουκίας Πέτρου

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα χάμστερ. Μικρό και χαριτωμένο, με γκρίζες πινελιές στο τρίχωμά του. Ζούσε σε ένα μεγάλο κλουβί, παρέα με άλλα χάμστερς. Όπως κι αυτά, κάθε μέρα έτρωγε την τροφή του, έπινε το νερό του και κάθε βράδυ έτρεχε στη μεγάλη ρόδα, για να κρατιέται σε φόρμα.
Όμως αυτό δεν ήθελε να είναι, σαν τα υπόλοιπα χάμστερς. Δεν ήθελε να περάσει τη ζωή του τρώγοντας και τρέχοντας σε μία ρόδα. Δεν ήθελε να ζει χωρίς σκοπό, χωρίς κίνητρο, παρά μόνο για την ανάγκη να ζει, να επιβιώνει.
Ήθελε να ζει κι όχι να επιζεί.
Τα υπόλοιπα χάμστερς το κορόιδευαν. Δεν καταλάβαιναν τι το έπιανε τα βράδια και κοίταγε έξω από το κλουβί, προς το ανοιχτό παράθυρο του δωματίου. Έβλεπε τα αστέρια και το φεγγάρι, τα σύννεφα και τα δέντρα που κούναγε ο αέρας. Μύριζε τη βροχή που έπεφτε και ονειρευόταν να βραχεί κι αυτό, να ακουμπήσει με τα πατουσάκια του στο βρεγμένο χώμα, να μυρίσει τις σταγόνες της. Κι ονειρευόταν να έρθει η στιγμή να ζήσει κι αυτός εκεί έξω, μακριά από το κλουβί και τη ρόδα.
Κι όπως ονειρευόταν, ξεχνιόταν και έχανε το βήμα του και το ρυθμό του. Και μπερδεύονταν τα μικρά του ποδαράκια κι έπεφταν πάνω του τα υπόλοιπα χάμστερς, που έτρεχαν μαζί του στη ρόδα.
«Ξύπνα επιτέλους!», του φώναζαν, «Τι σε έχει πιάσει, θα μας σκοτώσεις!».
Μα εκείνο δεν άκουγε. Χαμένο στις σκέψεις και στα όνειρα του, σχεδίαζε τη στιγμή, που θα ξεκινούσε το ταξίδι του εκεί έξω.
Και ο καιρός περνούσε… Τα χρόνια έφευγαν και το χάμστερ έτρεχε στη ρόδα του προσδοκώντας τη στιγμή, που τα όνειρα θα γίνονταν πραγματικότητα. Και σιγά, σιγά έτρεχε όλο και πιο λίγο, όλο και πιο λίγο, ώσπου στο τέλος λαχάνιαζε και δεν άντεχε άλλο.
Απόψε όμως, δεν είχε όρεξη να τρέξει. Έκατσε σε μία γωνιά και χάζευε το ολόγιομο φεγγάρι. Λουζόταν από το φως του και μύριζε τα αρώματα του καλοκαιριού που έμπαιναν από τα παράθυρο. Κι εκεί, όπως λουζόταν από το φως, παρατήρησε πως οι γκρίζες πινελιές είχαν χαθεί από το τρίχωμα του, που πλέον ήταν ολόλευκο. Είχε ασπρίσει, γιατί είχε γεράσει. Το χρόνια πέρασαν κι αυτό δεν το κατάλαβε, απασχολημένο να τρέχει στη ρόδα και να ονειρεύεται. Κι εκείνο το ταξίδι που ποθούσε τόσα χρόνια, δεν το τόλμησε ποτέ. Δεν επιχείρησε ποτέ να ανοίξει την πόρτα του κλουβιού. Να παραμονεύσει τη στιγμή απροσεξίας του ανθρώπου που τους τάιζε, για να φύγει μακριά, να τρέξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, να το σκάσει.
«Φοβάμαι το άγνωστο εκεί έξω», παραδέχτηκε σιωπηλά στον εαυτό του. Πάντα το φοβόταν. Και θυμήθηκε πως πάγωναν τα μικρά του ποδαράκια και μόνο στη σκέψη. Οι τρομακτικές ιστορίες, που άκουγε για τον κόσμο της άλλης πλευράς, τον τρομοκρατούσαν και στοίχειωναν τις σκέψεις του. Όχι όμως και τα όνειρα του. Εκεί ήταν δυνατός. Κι ελεύθερος.
Σηκώθηκε όρθιος και με αργά βήματα, προχώρησε προς την πόρτα του κλουβιού. Μετακίνησε το σίδερο που κρατούσε ασφαλισμένο την πόρτα, όπως είχε δει να κάνει ο άνθρωπος που τους τάιζε. Αυτή έτριξε λίγο, μα άνοιξε αμέσως. Τα υπόλοιπα χάμστερς, γύρισαν ξαφνιασμένα προς την πλευρά του ήχου. Τόσο ξαφνιάστηκαν, που το ένα έπεσε πάνω στο άλλο, μέσα στη μεγάλη ρόδα.
Το χάμστερ, σκαρφάλωσε στο περβάζι του ανοιχτού παραθύρου. Έστω και τώρα, το όνειρο του θα γινόταν πραγματικότητα. Γύρισε πίσω και τα κοίταξε χαμογελώντας, για τελευταία φορά. Την επόμενη στιγμή με ένα άτσαλο πήδημα, χανόταν στη σκοτεινιά της άλλης πλευράς.
Η ελευθερία της ψυχής του, μόλις άρχιζε…
Ένας νέος κόσμος τον περίμενε και το ταξίδι επιτέλους ξεκινούσε.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

21 shares

See You In FB