Το μολυβάκι

Της Αναστασίας Καλοβέρου

Αγόρασα ένα μολυβάκι.

Στον καφενέ που έρχομαι μονάχη, είχα φτάσει και καθισμένη ανακάτευα τη ζάχαρη στο καπουτσίνο μου.

Στάθηκε μπροστά μου ένας άνθρωπος, είπε: 
-Πάρε 1 μολυβάκι, 4 παιδιά έχω, 1 ευρώ.

Φοράει άσπρο καπέλο, έχει καφετιά μάτια, ζεστά και γελαστά κι έχει ένα απλό φοβισμένο χαμόγελο.
Έψαξα στα κέρματά μου και βρήκα 5 εικοσάλεπτα από το πορτοφολάκι μου, που περιμένουν σκόρπια στη χούφτα μου,σε αντάλλαγμα του μολυβιού.
Φεύγοντας, με βλέπει να ξεκινάω να γράφω στο μικρό μου μπλοκ, ευτυχισμένη.

Θυμάσαι; Εκείνο που μου είχες χαρίσει για να γράφω για σένα, ό, τι θέλω.

Στάθηκε με τα μολύβια του πιο πέρα, να ζητήσει λίγο νερό από το μπαρ. Ήπιε και σβήνοντας τη δίψα του, με κοίταξε και μου είπε ευγενικά:

-Θα με θυμάσαι με αυτό το μολύβι, έχει και σβήστρα.
Χαμόγελο μου στέλνει και φεύγει…

Και να φανταστείς, όταν έφτασα στον καφενέ, είχα το τετραδιάκι μου στην τσάντα και δεν είχα ούτε ένα μολυβάκι να κάνω εικόνα τη σκέψη μου για σένα. Τόσες επιθυμίες, τόση αγάπη και πόνος, μαζί.

Ξεκίνησα να πληγώνω ηδονικά το χαρτί με τη μυτερή, καλοακονισμένη μύτη του καινούργιου μου μολυβιού.
Στις πρώτες λέξεις και πριν προλάβω να τελειώσω την παράγραφο, χτύπησε το τηλέφωνο και ήσουν εσύ.

Βρήκα το μολυβάκι μπερδεμένο στην καλοκαιρινή μου τσάντα, κάποιους μήνες μετά. Φάνηκε μπροστά μου ατρόμητο, μα ταλαιπωρημένο.

Έχει έρθει ο καιρός, πια, να χρησιμοποιήσω και τη σβήστρα του, που άθικτη ακόμα στέκει και όλα όσα ζήσαμε· έσβησαν κι έμεινε πάλι καθαρή και λευκή η σελίδα μου.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

38 shares

See You In FB