Το μερτικό των αγγέλων

της Μάρθας Πατλάκουτζα

Ο Νικολής είχε παντρευτεί τη γυναίκα του από έναν έρωτα πεισματάρη. Και μέχρι να φτάσει στα σκαλοπάτια της εκκλησιάς, περίπου στα τριάντα του, είχε πιστέψει πως θα μπορούσε να ζήσει αυτός με τη μοναξιά του. Μα ο φτερωτός θεός είχε άλλη γνώμη. Τα βέλη του τον πέτυχαν κατάστηθα.

Φλόγα ονειρευόμουν ο έρμος. Πυρκαγιά με κατέκαψε! συλλογίστηκε.

Ήξερε πως όταν την είχε ζητήσει από τον πατέρα της, η Ευρυδίκη δεν τον ήθελε για άντρα της. Μα η τρελαμένη καρδιά του ήλπιζε από τότε πως παντρεμένοι θα κατάφερνε να της αλλάξει γνώμη. Καλύτερα να γύρευε τον ουρανό φορτωμένο με όλα τ’ άστρα. Όταν το θηλυκό δε θέλει κάτι, ούτε ο διάολος δεν μπορεί να του αλλάξει γνώμη.

Ααχ… αυτά τα θηλυκά! Υπήρχαν για να τον τυραννάνε. Μα ήρθαν και χειρότερα… Το σπίτι του γέμισε με κοριτσούδια. Όπου κι αν γυρνούσε, ένα ζευγάρι αθώα μάτια τον περίμεναν να του ρίξουν με νάζι τα βέλη τους.

Γυναίκες, σου λέει ο άλλος. Το έκοψε ο Πανάγαθος το πλευρό και τις έπλασε. Τη σοφία για να τις καταλάβει, γιατί την παρέλειψε; Ό,τι δεν καταλάβαινε ο Νικολής, το έτρεμε. Από τα δεκάξι του είχε υποταγεί στις ορμές του και είχε παραδοθεί στην έλξη που ασκούσαν πάνω του οι γυναίκες, μα όσο περνούσαν τα χρόνια, είχε τιθασεύσει τη σάρκα του. Νόμιζε πως τις είχε νικήσει. Τις άλλες μπορεί. Αλλά την Ευρυδίκη ποτέ!

Έξυπνη και καπάτσα είχε αποδειχτεί η γυναίκα του. Ήταν η κολόνα που κρατούσε όρθιο το σπιτικό τους. Μάταια προσπαθούσε να τη φτάσει. Κάθε μέρα τούτη η αδυναμία του τον θύμωνε ακόμα πιο πολύ. Η Ευρυδίκη γνώριζε την αξία της και από το βλέμμα της ξεπετιούνταν φλόγες που τον έκαιγαν. Φλόγες που υποτιμούσαν τον ανδρισμό του. Αν δεν ήταν γκαστρωμένη, θα της έκοβε το ψηλομύτικο υφάκι της με έναν φούσκο. Μα μπρος στην τουρλωμένη της κοιλιά, έκανε την καρέκλα του πίσω.

«Γυναικόπαιδα και ευθύνες έβανα στο σβέρκο μου ο σερσερής!» μουρμούρισε μέσα από τα πυκνά μουστάκια του. «Καλά να πάθω! Από το καπίστρι σα γαϊδούρι με τραβάει η αφεντιά της!»

Δεν άντεχε ούτε ένα λεπτό ακόμα εκεί μέσα και προτίμησε να πάρει των ομματιών του. Άρπαξε το ψάθινο καπέλο του, πέρασε τις τιράντες του παντελονιού του στους ώμους κι όρμησε προς το κατώφλι. Στο μυαλό του το καπηλειό έμοιαζε με ασφαλές λιμανάκι μες στην καταιγίδα. Για να πνίξει τον θυμό του είχε ανάγκη το κρασί. Τα ντέρτια καίνε τα σωθικά, μα και παγώνουν την ψυχή.

«Τον Ιούνη του 2017 κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έξη το καινούριο μου βιβλίο με τίτλο «Το Μερτικό των Αγγέλων». Είναι το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο μου και είναι η αληθινή ιστορία ενός άντρα του εικοστού αιώνα, που για να φτάσει στην αυτογνωσία έπρεπε να τσακίσει τον ίδιο του τον εαυτό.

Όταν αποφάσισα να γράψω την ιστορία του Κωσταντή, ήξερα ότι έπρεπε να σμίξω την αλήθεια με το ψέμα, για να μην αφήσω πρόσωπα αγαπημένα να πληγωθούν και πάλι. Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλησα να προστατέψω τους ήρωές μου, τους ανθρώπους που μου στάθηκαν στη ζωή και με οδήγησαν στο δικό μου ταξίδι. Όμως, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτό το όνομά του, όσα ψέλλισαν τα χείλη του ήταν αληθινά. Λόγια αντρίκια, ντόμπρα, με ψυχή. Ο Κωσταντής δεν προσπέρασε το χρόνο, απλά έζησε μέσα στις στιγμές με τον δικό του τρόπο, ψάχνοντας να βρει τον εαυτό του και προσπαθώντας να πολεμήσει τον εγωισμό που του κατέτρωγε τα σωθικά. Εγωισμός… ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου σε κάθε εποχή, σε κάθε συγκυρία. Μπορεί η ιστορία του να μοιάζει λες και βγήκε από τα παραμύθια, αλλά κάποιες φορές η ζωή μοιάζει πράγματι ψεύτικη και η μόνη της αλήθεια είναι τα όνειρά μας. Και ο Κωσταντής δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή να τα κυνηγήσει διεκδικώντας το δικό του μερτικό. Δεν θέλησα ποτέ μου να τον κρίνω. Μόνο τον αγάπησα πολύ.

Εύχομαι ολόψυχα να αγγίξει και τις δικές σας καρδιές.»

Μάρθα Πατλάκουτζα

 

Οπισθόφυλλο βιβλίου
Μπορεί να μην ήταν αυτό το όνομά του, μα όσα ψέλλισαν τα χείλη του ήταν αληθινά…

Σε ένα προσφυγικό ψαροχώρι γεννήθηκε ο Κωσταντής. Χάδι μάνας δεν γνώρισε ποτέ του, οι άγγελοι την πήραν κοντά τους μόλις άκουσαν το κλάμα του, για να του μάθουν από το ξεκίνημα τι πάει να πει ζωή… Μεγάλωσε στα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Κατοχή τα είχαν ονομάσει, μα ίσως θα έπρεπε να τα πουν σκοτάδι τρομακτικό. Πείνα αβάσταχτη έβρισκε τους ανθρώπους που κούρνιαζαν αδύναμα σε μια άκρη του δρόμου περιμένοντας να τους λυτρώσει ο θάνατος. Την ψυχή του στιγμάτισαν τα μάτια των νεκρών που μπροστά του έχασαν σε μια στιγμή τη λάμψη τους… Και τότε κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει, να ζήσει τη ζωή του στ’ άκρα για να σωθεί.

Δεκαετία του ‘60. Στα καλντερίμια της ζωής ξεκινά η Οδύσσεια της ψυχής του. Μετανάστης στη Βαυαρία. Ανθρακωρύχος στη Λιέγη. Τα χρόνια της αθωότητας έχουν χαθεί. Αντρώνεται. Στύβει τον πόνο και τον μετουσιώνει σε δίψα για ζωή. Με τσέπη αδειανή και με πυξίδα το άγνωστο φτάνει στο Παρίσι. Αναζητά τον έρωτα… μα βρίσκει την αγάπη και τη γυναίκα που θα του στιγματίσει τη ζωή. Χάνεται στα μάτια της, στο βελουδένιο κορμί της, όμως το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κλέψει στιγμές από τη ζωή της. Όμηρος της ανεκπλήρωτης αγάπης, βρίσκει καταφύγιο στη θάλασσα. Για το κυνήγι τού ενός και μοναδικού ονείρου θα ρισκάρει τα πάντα. Άραγε, η αγάπη μπορεί να νικήσει τον εγωισμό του;

Στο σεργιάνι της ζωής του Κωσταντή χορεύουν πραγματικοί ήρωες, κρυμμένοι πίσω από ψεύτικα ονόματα που εμείς επιλέξαμε να τους δώσουμε, για να μην πληγωθούν ξανά. Κάποιοι από αυτούς έχουν φύγει από καιρό μακριά μας και κάποιοι άλλοι είναι ακόμα κοντά μας και διεκδικούν το μερτικό τους.

 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μάρθα Πατλάκουτζα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB