Το λιμάνι

της Αναστασίας Καλοβέρου

Μεσημεράκι.
Αρχές φθινοπώρου.
Κόντευε η ώρα της μεσημεριανής σιέστας, για όσους τυχερούς μπορούσαν να την απολαύσουν. Είχε ακόμα καλοκαιρινή ζέστη, μα δρόσιζε το ελαφρύ αεράκι που ερχόταν απ’ τη θάλασσα.
Κόσμος πάνω κάτω, πήγαινε κι ερχόταν από τις δουλειές του.
Τα αμάξια, άλλοτε σταματημένα και άλλοτε νευρικά κι απότομα, έκαναν ελιγμούς στην παραλιακή. Κι από δίπλα τα ποδήλατα να τρέχουν ιδρωμένα.
Τόση ζωή! Τόση βιασύνη!

Η πόλη, στην άκρη της θάλασσας, είναι όμορφη και δεν θα την άφηνα για τίποτα…ίσως, μόνο για τον έρωτα.
Εκεί στην άκρη, σε μια απόμακρη ήσυχη μεριά του λιμανιού, καθόταν με το καλάμι του όρθιο και τη πετονιά του απλωμένη, ένας γλυκός άνθρωπος.
Ήταν η ώρα του. Κάτοικος ενός περίχωρου, εκτός πόλης.
Έφτανε με το αστικό κάθε μεσημέρι στην πλατεία Ελευθερίας, κι ενώ είχε περπατήσει αρκετά κουβαλώντας τα ψαρικά του, έπιανε πάντα την ίδια θέση στη μεγάλη παραλία καθημερινά, χρόνια τώρα.
Ήταν τέτοια η διάθεσή μου, που ήθελα να πάω κοντά του και να τον ρωτήσω, εγώ, η περίεργη και αργόσχολη.
Πλησίασα, λοιπόν, αθόρυβα, τάχα πως περιφέρομαι αδιάφορα, μη και τον τρομάξω.

Παρατηρώντας τα καλάμια του να δείχνουν τον ουρανό, κάθισα παραδίπλα, κρεμώντας αφελώς τα πόδια μου στην προβλήτα, κοιτάζοντας το νερό που παιχνιδίζει. Κι έτσι, είδα την ιστορία του…
Μια ιστορία που, ποτέ, δε θα ξεχάσω.

Είχε παιδιά, εγγόνια νύφες και γαμπρούς. Είχε δυνατή καρδιά και γρήγορα πόδια, μα στο μυαλό του, στη σκέψη του, είχε συνέχεια την έγνοια της άρρωστης γυναίκας του.

Είχε μια πίκρα στα χείλια του, που μούδιαζαν στη σκέψη του θανατικού.
Πάλευε τελευταία, με αυτό το λυσσασμένο θεριό. Για λίγο την έφερνε στη ζωή, μα πάλι χειροτέρευε. Πάλευε να τη σώσει, να τη συνεφέρει. Μα, όμως, φοβόταν πια, πως θα τη χάσει.
Είχε ξοδέψει τα υπάρχοντά του σε φάρμακα, σε γιατροσόφια και σε πρακτικές απ’όλο τον κόσμο.
Όμως, αυτό το ανελέητο θεριό, την κατάπινε αχόρταγα και ασταμάτητα και η γυναίκα έλιωνε κάθε μέρα.
Δεν μπορούσε τίποτα να πράξει πια.
Μαρτύριο, να τη βλέπει να πονά και να υποφέρει.

Κάθε μέρα, μετά την πρωινή φροντίδα που της προσέφερε, έθαβε το δάκρυ του για να μη λυγίσει μπροστά της κι έβγαινε σιωπηλά απ’ το δωμάτιο, αφήνοντας την κόρη του στο πόδι του.

Δεν άντεχε άλλο.
Δεν άντεχε, άλλο, να τη χάνει.
Δεν άντεχε να βλέπει τη ζωή, να σβήνει από τα μάτια της.

Για λίγες στιγμές, στεκόταν μόνος του στην άκρη του λιμανιού κι έκλεβε ανάσες από τη θαλασσινή αύρα, αντλώντας δύναμη από τον κυματισμό του νερού.
Και μιλούσε στο Θεό. Και προσευχόταν.
Έστρεφε ψηλά το βλέμμα, όπως κοιτούν τα καλάμια του και γέμιζε την ψυχή του με γαλάζιο ουρανό, για να μην τρελαθεί, όσο η πετονιά του πνιγόταν μπερδεμμένη στο έλεος του βυθού.

Κι έπειτα, μάζευε τις σακουλίτσες του κι έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής. Έτρεχε να πάει πίσω κοντά της, να της χαϊδέψει τα μαλλιά, ίσως για μια, ακόμα, τελευταία φορά.
Να της θυμήσει, τα παλιά, τότε που ψάρευαν μαζί, στο ίδιο σημείο.
Από μικρά ήσαν αγαπημένα κι από παιδιά παρέμειναν ένα ζευγάρι ταιριαστό, για μια ζωή…

Επέστρεφε, βιαστικά, στο σπίτι για να γύρει πλάι της, στο κρεβάτι.
Φρόντιζε να της τραγουδήσει αναμνήσεις από την εφηβική τους τρέλα.
Της περιέγραφε τα χρώματα που είχε ο ουρανός και της μετέφερε τα χαιρετίσματα του φίλου τους, του αμαξά.
Και μ’ένα απαλό, αλμυρό φιλί, φερμένο από την προβλήτα, δρόσιζε με αύρα θαλασσινή τα χλωμά, αδύνατα, μάγουλά της.
Ελπίδα.
Ίσως μια μέρα, η αγάπη και η πίστη του τη φέρουν πίσω, κοντά του.
Και πάλι μαζί, σαν παιδιά, θα ψαρεύουν σιωπηλοί, κοιτώντας τη θάλασσα.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Comments

  1. Απάντηση

    Μία τόσο διαφορετική ιστορία αγάπης, τόσο παλιά, τόσο μεγάλη και τόσο κοντά στο τέλος. Αφήνει μία πολύ γλυκιά και ταυτόχρονα πολύ αλμυρή γεύση στη μνήμη, αφού η απόλυτη εφηβική αγάπη μπερδεύεται με με το άρωμα του θανάτου. Συγχαρητήρια για το αξιοθαύμαστο κείμενα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

41 shares

See You In FB