Το γλαράκι

της Αναστασίας Καλοβέρου

Ήταν μόνη. Με ένα σακίδιο στις λεπτές της πλάτες, ντυμένη στα λευκά ανάλαφρα αέρινα υφάσματα, την είδα που αγόρασε το εισιτήριο.
«Μα, τέτοιο κορίτσι μόνο του, που πάει;» σκέφτηκα, ενώ περίμενα την επιβίβαση μέσα στο στρατιωτικό τζιπ. Είχα μείνει 2 χρόνια στο άγριο απόμακρο νησί και ήταν η ώρα της πολυπόθητης μετάθεσής μου. Οι επιβάτες λιγοστοί, οι περισσότεροι γνωστοί και ντόπιοι, εκτός από τους άπλυτους και θορυβώδεις νεαρούς που κατασκήνωναν στο νησί. Άδειο, σχεδόν, το καράβι κατά το πρώτο πρωινό δρομολόγιο κι έτσι δε θα την έχανα από τα μάτια μου.

Μόλις που είχε ανατείλει η αυγή. Την έψαξα για λίγα λεπτά μέσα στο πλήθος που ανέβαινε τα σκαλιά, όταν έβαλε ο καπετάνιος μπροστά τις μηχανές και τραντάχτηκε το σκαρί του πλοίου. Με ένα πλαστικό ποτήρι στο χέρι κι ένα καπέλο ψάθινο, στάθηκε έξω στον αέρα κι έβλεπε την άγκυρα να σηκώνεται, μέχρι που το καράβι μας έβαλε πλώρη.
Εκείνη, έμεινε να παρατηρεί το νησί και την πέτρινη, μυθική κορυφή του βουνού, να απομακρύνεται σαν αργό πλάνο από ταινία.
Ήλιος πρωινός και μαστίγιο ο αλμυρός αέρας, μα δεν την πτόησε τίποτα κι ακίνητη αγνάντευε ευθυτενής, στρώνοντας καλύτερα το ψάθινο καπέλο της. Κάπνιζε λεπτεπίλεπτα, σα να στεκόταν στα πιο ακριβά σαλόνια κι όχι στο ανεμοδαρμένο, σιδερένιο, άσπρο κατάστρωμα.

Ίσως, τολμήσω να την πλησιάσω και να τη ρωτήσω κάτι άσχετο, για τον καιρό ας πούμε, για να καταλάβω αν μιλά τα ελληνικά ή όχι.
Δείχνει καθαρή και σοβαρή.
Μα, κοίτα την, σαν χαμογελάει στο γλαράκι που ισορροπεί στον αέρα πετώντας δίπλα της, κρατώντας πάλι σφιχτά το καπέλο της, να μη το σκορπίσει ο άνεμος. Και με μια αργή κίνηση, απλώνει το χέρι της να αγγίξει το μικρό γλαράκι, που της κάνει νάζια και η καρδιά μου, ζωντανεύει από τη μαγεία της αύρας της.
Χαμογελάει, τη βλέπω τώρα καθαρά και θα σκέφτεται πως, τα ταξίδια δεν τελειώνουν ποτέ.
Οι γλάροι σε υποδέχονται, μα και σε αποχαιρετούν σε κάθε λιμάνι.
Άλλωτε πάμε και άλλοτε φεύγουμε και ακολουθούμε άλλες πορείες, χώρια ή μαζί, εμείς οι άνθρωποι.
Μπαίνουμε στα λεωφορεία, στα τρενα, στα καράβια και κάτι αφήνουμε πίσω μας.
Χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, μα ξέρουμε τι αφήνουμε πίσω μας.

Ήταν σίγουρη, πια, για τις αποφάσεις που πήρε.
Μόλις χτες, ανήμερα του προφήτη Ηλία προσευχήθηκε, στο μικρό εκκλησάκι ψηλά στο βουνό, να την έχει γερή και δυνατή για να αντέχει τα πάντα.
Όπου κι αν βρεθεί, στις πολλές της διαδρομές.
Σε κορυφές και θάλασσες.
Σε κατακόρυφα βράχια και φουρτούνες.

Κορίτσι μονάχο, έλα μέσα, κοντά μου.
Φορώ στολή παραλλαγής, μα είμαι όμορφος κι ευγενικός άνθρωπος.
Εκεί, έξω, θα κρυώσεις και είσαι ντυμένη ελαφρά. Σε νοιάζομαι κι ακόμα δε σε ξέρω.
Θα σου πω δυο αστείες ιστορίες που θυμάμαι, για να με γνωρίσεις.
Δεν θα έχει ανέμους, βρωμιά και δυσκολίες το ταξίδι μας.
Δίπλα μου κάθισε, σε προσκαλώ αγνά. Σε λίγο πιάνουμε άλλο λιμάνι.
Ασφαλές και ιδανικό.
Μαζί.
Αν θες. 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB