Το φευγιό

της Αναστασίας Καλοβέρου

Φεύγει με θυμό και απόγνωση. Βρίζοντας, στα φωναχτά, τις βαριές της κουβέντες.
Τσαλακώνει τα ρούχα της κουβάρια στο σάκκο και μεσ’ τη νύχτα σαν πυροτέχνημα, ξεσπά, όσο εσύ κάνεις ότι κοιμάσαι. Την ακούς που κλαίει από τα νεύρα της και δε σαλεύεις.
Τι διάολο την έπιασε και φυτιλιάστηκε έτσι στα μαύρα ξημερώματα; Είναι τρελή.
Μια σταλιά άνθρωπος και τα παίρνει όλα στο διάβα της.
Ψάχνει τα μαύρα παπούτσια που της χάρισες στα γενέθλια και τα φορά παραλίγο ανάποδα, από τη βιασύνη της να εξαφανιστεί. Να φύγει,να φύγει, να τρέξει όσο πιο μακριά σου γίνεται, να μην προλάβει να βγει το πρώτο φως του ήλιου.
Σκοντάφτει στις πέτρες, στα σκοτεινά μονοπάτια και δαιμονίζεται με τα κλαδιά που γρατζουνάνε το πρόσωπό της.
Γκρεμίζει τα πόδια της και κλωτσά τα χώματα.
Φορτωμένη θυμό και αδικία, μετρά τα λιγοστά της χαρτονομίσματα για τα εισιτήρια της επιστροφής. Ίσα ίσα της φτάνουν, μα κι αν δε φτάσουν, θα βρει τον τρόπο να φύγει.
Αν υπήρχε ελικόπτερο, εκεί γύρω, θα άρπαζε τον έλικά του, να εκσφενδονιστεί, να πετάξει, όσο γίνεται πιο μακριά σου.
Σε μισεί. Παθιάζεται. Δεν θέλει να σε δει μπροστά της. Θα σου χιμήξει να σε ξεσκίσει αν τολμήσεις να ξεστομίσεις μια κουβέντα.
Φεύγει. Πηδάει σε κτελ και σε βάρκες κι αφήνει πίσω της, την ηρεμία.

Μήνες μετά…
Από μέσα της. Και για τα μέσα της.
Αναρωτιέται, γιατί να θύμωσε τόσο πολύ μαζί σου.
Τι το τόσο τραγικό, της είχες κάνει και το φευγιό της ήταν έκρηξη και βρισιές.

Καιρός να μάθεις πως δε θύμωσε μαζί σου, το λοιπόν.
Με τον εαυτό της τα έβαλε, που φέρθηκε σαν ένα χαζό κορίτσι, για όσο καιρό την είχες δεύτερη επιλογή.
Για τον λίγο καιρό που κράτησε και παραμυθιάστηκε με τα μπρος-πίσω σου.
Με την καρδιά της, μονάχα, φουρτούνιασε, που δεν αντιστάθηκε νωρίς, όταν μπορούσε. Με την αλήθεια της μάλωσε.

Τώρα πια κοιμάται ήσυχη, γιατί ξέρει πως προσπάθησε να ακολουθήσει ένα κοινό μονοπάτι μαζί σου. Κι ας τη ζόριζες να συνεχίζει, χωρίς νερό στην κάψα.
Ξέρει ότι θα άντεχε τα δικά σου σκοτάδια, αν την είχες αφήσει να σου κρατήσει μια φορά, σφιχτά, το χέρι.
Δεν φοβήθηκε, αυτή.
Κι ούτε ποτέ της θα φοβηθεί την αγάπη, τούτο το μαύρο λυσσασμένο σκυλί από την κόλαση. Θα πέσει και πάλι στη μάχη μαζί του και θα ματώσει στα γλυκά, κοφτερά του δόντια.

Αλήθεια πες μου, γεύτηκες, κι εσύ κάποια στιγμή στη μέχρι τώρα ζωή σου, αγάπη και θυμό με τέτοια παράνοια;
Άξιζε, να το ξέρεις.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

65 shares

See You In FB