Το δέμα

της Αναστασίας Καλοβέρου

Κάθισα, έξω, στα ψηλά τραπέζια της καφετέριας. Με κρύο και χειμώνα, έπινα τον γλυκό ζεστό καφέ μου, με έξτρα σιρόπι φράουλας μέσα. Σιρόπι για τη διάθεση της στιγμής και για ανταμοιβή της σκληρής δουλειάς. Είχα τα μάτια μου στους λιγοστούς περαστικούς και τα χέρια μου ήταν άδεια και άπραγα από την έλλειψη του τσιγάρου. Για όσο άντεχα.

Σε είδα να κατηφορίζεις, από μακριά, λίγο σκυφτός μ’ ένα δέμα στα χέρια.
Βιαστικός, χωρίς να θες να τρέξεις το βήμα σου. Ζωντανό περπάτημα.
Γκρίζα και άσπρα μαλλιά, ακούρευτα και σε τούφες σφηνωμένα, ανάμεσα στο σβέρκο και στο γούνινο ξεθωριασμένο γιακά του δερμάτινου μπουφάν σου. Μάγουλα ροδαλά, ηλικία καθόλου νεαρή.
Με λίγα αξύριστα, άσπρα, κοντά γένια κι ένα ρολόι βαρύ στον καρπό σου.
Πήγαινες ή γύριζες, άραγε, από το καφενείο; Μα, ήμουν σίγουρη πώς αν πλησίαζα το χνώτο σου, θα οσφραινόμουν τη γλυκιά μυρωδιά του τσίπουρου.
Η κορμοστασιά σου, φανέρωνε ζωή γεμάτη φίλους, γέλια και πειράγματα.
Απλωμένα συναισθήματα, δοσμένα αληθινά σε ανθρώπους που εκτιμάς και αγαπάς.
Στήριξες με όλη σου τη δύναμη γυναίκα, παιδιά και σπιτικό.
Δούλεψες και πρόκοψες με τα λίγα και τα έκαμες, λίγα, παραπάνω.
Μια φιγούρα που, για σένα, δεν έγραψαν ποτέ τα παιδικά παραμύθια των δράκων και των βασιλιάδων.
Νιώθω μια αγάπη πατρική, όπως σε βλέπω να πλησιάζεις χαμογελαστός, έχοντας στα χέρια σου το δέμα.
Να σου ανταποδώσω το χαμόγελο θέλω και να σε καλημερίσω!

Πέρασες, ωστόσο και ντράπηκα να σε χαϊδέψω περισσότερο με τη ματιά μου.
Έβαλα την κούπα του καφέ μπροστά μου και χαμήλωσα το βλέμμα.
Και εκείνο το δέμα στα χέρια σου, βιάζεται να πάει στον προορισμό του.
Πρόλαβαν, όμως, τα μάτια μου να διαβάσουν τον παραλήπτη του.

Θα καταφέρει να ταχυδρομηθεί σήμερα, για να φτάσει στο γιο σου;
Να φτάσει, εγκαίρως, εκεί που στέκει φρουρός στις παγωμένες σκοπιές των συνόρων;

Βιάσου!
Ίσως το παραλάβει, αύριο κιόλας, το παλικάρι σου, το δώρο που του πήρες.
Κάνεις εικόνα τη μορφή του και τον βλέπεις να ξετυλίγει το δέμα και η καρδιά σου μεθά από χαρά, χωρίς να έχεις πιει γουλιά, από ‘κεινο το βαρύ τσίπουρο που κέρασες στον καφενέ και που ο γιατρός σου απαγόρεψε να πίνεις, πριν χρόνια.
Για τη γιορτή του, κέρασες τους φίλους.
Για τη γιορτή του, που θα ‘ναι μεθαύριο.

Γιατί τον χαίρεσαι και τον καμαρώνεις, από μακριά.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

30 shares

See You In FB