Το άδοξο τέλος της σιγής

της Έλενας Χαρτ.

Μέσα μου τόνοι τ’ ανείπωτα ξεμακραίνουν σαν κλωνάρια μιας ριζωμένης σιγής. Θεριεύουν κρύβοντας τον ουρανό μου. Κάποιες βραδιές με τυλίγουν σαν αγχόνες, νιώθω πως μου λιγοστεύουν τ’ οξυγόνο, πως στο τέλος θα με κατατροπώσουν. Τόσες αθόρυβες λέξεις προσμένουν έναν χτύπο να παρασυρθούν, κι εν τέλει να κυλήσουν αβίαστα απ’ τα χείλη. Φτάνει να σε δω κι η ματιά σου θ’ απασφαλίσει τη χειροβομβίδα της σιωπής. Όλα θ’ ανατιναχθούν έχοντας κάτι να σου πουν. Κι οι λέξεις θα σκορπιστούν σαν κρότοι στον αιθέρα. Θα απαλλαγούν από τα δεσμά της σιωπής τους.
Να ήξερες μόνο πόσο μετανιώνω, για όλα εκείνα τα «σ’ αγαπώ» που δεν μοιραστήκαμε είτε επειδή τα θεωρούσα αυτονόητα, είτε επειδή δεν το άντεχε η εύθραυστη κράση του εγωισμού μου. Συχνά-πυκνά ξεπρόβαλλε απ’ την διάφανη μνήμη εκείνο το έρημο βράδυ που είχες στηλώσει τα βουρκωμένα μάτια σου επάνω μου. Πρόσμενες με λαχτάρα να εμποδίσω το φευγιό σου. Να σου ομολογήσω, πως θέλω να μείνεις. Δεν το ξεστόμισα ποτέ, θυμάσαι; Δεν περίμενες κάποια πομπώδη δήλωση, δεν πόνταρες σε όρκους αιώνιας πίστης. Δύο συλλαβές μονάχα, ένα θορυβώδη «μείνε»…

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, μονάχα για να μου αποδείξει πως με σιωπές πορεύθηκαν οι νικημένοι. Κι εγώ πιο μόνη, αθόρυβη κι ηττημένη από ποτέ πρόφερα τις λέξεις μου κάτω από τη σβησμένη λυχνία της ελπίδας. Όταν δεν είχα άνθρωπο απέναντι μου, παρά μονάχα μια άδεια ξύλινη καρέκλα να μου υπενθυμίζει πως λείπεις. Τότε το «σε θέλω» έσταξε σαν νερό. Μα αυτό που ήθελα, είχε ταξιδέψει ουρανούς μακριά. Κι η θέληση μου δεν το έφτασε όσο κι αν άπλωσε τα χέρια της στον ορίζοντα.
Πόσο αστείο φαντάζει να ξεστομίζω σήμερα όσα δεν τόλμησα να σου πω τότε. Σήμερα που μένεις αλλού, έχοντας χαράξει αλλιώτικη πορεία. Τελικά αυτή που έμεινε ήμουν εγώ. Εγκλωβισμένη εκεί στου κρεβατιού την άκρη να χαζεύω την άδεια και κρύα πλευρά σου και ν αναρωτιέμαι γιατί υπήρξα τόσο φειδωλή απέναντι σου. Να προσπαθώ να συνετίσω τον εαυτό μου να επανέρθει από τη νάρκη της απώλειας, να θυμάμαι των φίλων τα λόγια που με παρακινούσαν να χτίσω μια καινούργια ζωή, μα ο κρότος του ετεροχρονισμένου «μείνε» να καταπίνει όλες τις άλλες οχλοβοές.

Και θέλω τόσα να σου πω. Και δεν ξέρω καλά-καλά από που ν’ αρχίσω ούτε καν αν πρέπει να σου μιλήσω μα η παρόρμηση της νύχτας δεν μου επιτρέπει να το σκεφτώ διπλά. Παρ’ όλο που πέρασε καιρός κι όλα άλλαξαν, οι λέξεις μου σε προσμένουν καρτερικά. Θέλουν να τις ακούσεις! Και δεν μου καίγεται καρφί με ποια κοιμάσαι, εγώ θέλω να ανατείλει στα χείλη εκείνο το «σ’ ευχαριστώ που υπήρξες στη ζωή μου». Με πνίγει ο βραχνάς της ησυχίας μου. Άσε με να στα πω. Μήπως και καταλαγιάσουν.
Κι ίσως τελικά να μη το κάνω για σένα, αλλά για να ικανοποιήσω τη δική μου επιθυμία. Να κλείσω εκείνον τον ημιτελή κύκλο μας. Να νιώσω τη κάθαρση πως το πάλεψα. Τι νομίζεις, δεν ξέρω την απάντηση σου; Έτοιμος στέκεις εκεί στη γωνιά να πάρεις την εκδίκηση σου. Πως γύρισα σ’ εσένα. Λες κι έφυγα ποτέ. Αδιαφορώ. Εγώ θέλω να αναδυθούν οι λέξεις μου. Κι εκείνη η «συγγνώμη» που διψώ να σου ψιθυρίσω. Κι ας μη με συγχωρήσεις ποτέ. Φτάνει που θ’ ακουστεί. Να μη λιποτακτήσω δύο ανάσες από το τέλος. Να βιώσω ακόμη και την απόρριψη, μήπως και βουτηχτεί στο κενό εκείνη η αναθεματισμένη ελπίδα που μου διαολίζει τα μυαλά, πως θα γυρίσεις…
Και τώρα σβήσε το φως μάτια μου για να κυλήσουν χωρίς ενοχές οι λέξεις…
«Πάντοτε άδοξα τελειώνουν τα παράφορα…»

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB