Της νιότης τα καμώματα

της Μαρίας Κωνσταντινοπούλου

«Εμείς, οι τρεις, λατρεύαμε να πηγαίνουμε με τον πατέρα μας στο ξυλουργείο. Τον βοηθούσαμε στη δουλειά του. Ήταν ο καλύτερος ξυλουργός σε όλο το χωριό. Όλες τις πόρτες των συγχωριανών μου, ο πατέρας μου τις είχε κάνει με μεράκι.»
Ο Ανέστης κόντευε τα εξήντα, μα ήταν σωστό παλικάρι για την ηλικία του. Ψηλός με άχαρα πόδια που έστεκαν σαν καλαμάκια, περπατούσε στο δρόμο σκυφτός. Κάθε μέρα, έκανε την ίδια βόλτα, από το σπίτι του μέχρι τη θάλασσα, ώσπου να σουρουπώσει και να τον αγκαλιάσει η νύχτα.

«Μια μέρα του Αυγούστου, όρμησα στο ξυλουργείο με την ξαδέρφη μου, τη Φανή. Εκείνη ήταν πιο μικρή από μένα και λίγο χαζή-πάντα με ακολουθούσε.- Ήθελα να πριονίσω κάποια ξύλα που είχαν μείνει από την προηγούμενη, καθάρισα τον πάγκο, έβαλα τα ξύλα σε παράταξη, έτοιμα για μάχη και γω σαν πολεμιστής όπλισα το πριονίδι για να κάνω δουλειά. Η Φανή είχε καθίσει πάνω στον πάγκο για να βλέπει, ήταν και κοντούλα. Έτσι όπως άφησα το πριονίδι, σχεδόν ατσούμπαλα και καταστροφικά χτύπησα τη Φανή κι έτρεχαν αίματα. Εγώ μόνο που δεν τα έκαμα πάνω μου. Όπου φύγει, φύγει. Το μόνο που θυμάμαι είναι τα κλάματα και οι φωνές του πατέρα. Το βράδυ έμεινα σε ένα ψιλό πλατάνι με μόνη μου συντροφιά τη μαύρη νύχτα και τα τζιτζίκια τριγύρω. Οι δικοί μου δε με είδαν για μια ολάκερη μέρα. Φοβήθηκα να πάω σπίτι για να μην φάω ξύλο.»
Έβγαλε από την τσέπη του το πορτοφόλι. Σταμάτησε να πάρει μια εφημερίδα από το περίπτερο του Αγησίλαου. Φίλοι, χρόνων, κάθε μεσημέρι Κυριακής έπαιζαν ταβλάκι και έπιναν τσίπουρο. Ο Ανέστης τον αποχαιρέτησε και πήγε προς το σπίτι. Έκανε και αφόρητη ζέστη, ένας πνιχτός αέρας πολεμούσε τα σωθικά του, άρχισε να ιδρώνει και να βαριανασαίνει.
«Τρέχαμε, εμείς, τα τρία αδέρφια στο χωράφι του παππού. Μια ανάσα ρουφούσα και με δαύτην τέλειωνα τη μέρα. Το πρωί, γευόμουν την πιο ωραία μυρωδιά, αυτή του κομμένου ξύλου, την ευχαριστιόντουσαν τα πνευμόνια μου. Μετά, πηγαίναμε στον παππού και μας έλεγε ιστορίες με δράκους, με μάγισσες και γω τα έβλεπα στον ύπνο μου, τα πιο ωραία όνειρα. Τρώγαμε και ύστερα, βουτούσαμε με τα ρούχα στη λίμνη. Μια φορά βούτηξα γυμνός και με κορόιδευαν τα αδέρφια μου.»

Τα κατάφερε. Έφτασε και έβαλε το κλειδί στην κλειδαριά. Είδε κάτι γράμματα κάτω από την πόρτα. Έσκυψε προσεκτικά και τα μάζεψε. Πήγε στην κουζίνα να ξεδιψάσει το λαρύγγι του, η ζέστη τον είχε εξουθενώσει. Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας, έβγαλε τα γυαλιά της πρεσβυωπίας και πήρε ένα ύφος το πρόσωπό του που θύμιζε μωρό, όταν τρώει λεμόνι. Ήταν πολύ αστείος και σοβαρός την ίδια στιγμή. Άνοιξε το γράμμα και άρχισε να το διαβάζει.
«Τα πρώτα μου γράμματα μου τα έμαθε ένας σοφός δάσκαλος, ο κύριος Στέφανος. Σε αυτόν οφείλω, αυτό που είμαι σήμερα.»
Πέθανε η ξαδέρφη του, η Φανή. Σηκώθηκε, ήπιε μια τελευταία γουλιά νερό και άρχισε να ετοιμάζει τα πράγματα του για να φύγει για το χωριό. Η κηδεία ήταν αύριο. Έβαλε το μαύρο κουστούμι του μέσα στη βαλίτσα και έφυγε.
«Ποτέ, δεν είπα στη Φανή ένα συγγνώμη για το χτύπημα που της προκάλεσα.»

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαρία Κωνσταντινοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

46 shares

See You In FB