Την αγάπη μου σ’ εσένα που με πρόδωσες

της Μαρίας Στυλιανού

Την αγάπη και την συμπάθειά μου σ’ εσένα που με πρόδωσες! Σε σένα που με έμαθες να νιώθω, να καταλαβαίνω, να επιβιώνω. Σε σένα που μου έδειξες τον τρόπο να στέκομαι στα πόδια μου, όταν με άφησες μόνη στη μέση ενός ωκεανού, δίχως σωσίβιο, δίχως οξυγόνο, δίχως καθόλου δύναμη και αντοχές, αφού τις πήρες κι αυτές μαζί σου όταν με εγκατέλειψες, όταν σου τελείωσα, όταν μηδένισες το χρόνο κλέβοντας μου σαν λήσταρχος ακόμα και τον αέρα που ανέπνεα.
Κι όσο εγώ κολυμπούσα στα παγωμένα νερά που με έριξες για να επιβιώσω, εσύ χαιρόσουν την θαλπωρή της καινούργιας σου αγάπης που σε στέγασε, φτύνοντας με σαν γραμματόσημο, λες και δεν υπήρξα ποτέ στη ζωή σου, δεν άγγιξα ποτέ την ψυχή σου, δεν ακούμπησα ποτέ τους παλμούς της καρδιάς σου. Λες και ήμουν για σένα μια σελίδα λευκή, χωρίς ονοματεπώνυμο, χωρίς ταυτότητα, χωρίς διεύθυνση και αριθμό.
Εσύ χαμογελούσες γλεντώντας το καινούργιο παιχνιδάκι σου, ενώ εγώ ένιωθα το κορμί μου να βουλιάζει στα παγωμένα νερά που με πέταξες. Οι ελπίδες χάνονταν μία προς μία, οι χτύποι της ζωής μου ελάττωναν, η πίστη μου έψαχνε διέξοδο για να με εγκαταλείψει, απελπισμένη κι αυτή από την αδυναμία και την εγκατάλειψη που έδειξα στον εαυτό μου. Σαν γυναικούλα της κακιάς ώρας, που κρεμιέται από τη θηλιά του παντελονιού του άντρα που αγαπάει, ζητιανεύοντας λίγο από το χρόνο του, ό,τι περισσέψει, ό,τι έχει την καλοσύνη να σου πετάξει στο πάτωμα, λες και είσαι κανένα αδέσποτο σκυλί που ψάχνει κανένα κόκαλο να γλύψει.

Πώς με κατάντησε έτσι η αδυναμία που σου είχα! Πού στην ευχή πήγε η αγάπη που κάποτε ζήσαμε; Τι απέγιναν όλα εκείνα τα όνειρα που ζωγραφίζαμε κάτω από τ’ αστέρια και οι υποσχέσεις για εκείνο το αύριο που θέλαμε να ζήσουμε; Πού χάθηκαν εκείνες οι ματιές που ανταλλάζαμε, οι αγκαλιές που ζέσταιναν τα κορμιά μας όταν κρυώναμε, οι χειμώνες και τα καλοκαίρια μας;
Άξαφνα είδα μια μισοσπασμένη σανίδα να πλέει δίπλα μου. Αναπτερώθηκε το ηθικό μου. Σήκωσα γρήγορα το βάρος της ψυχής μου, το πήρα σφικτά στα χέρια μου, μαζί με όση δύναμη μου έμεινε και σκαρφάλωσα επάνω με δύναμη. «Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, έλα μπορείς. Σε λίγο φτάνουμε. Λίγο ακόμα και θα πιάσουμε στεριά, θα το δεις», σαν ναυτικοί απελπισμένοι που επιστρέφουν από ναυάγιο.
Το φως της καρδιάς μου, άναψε πάλι, η φλόγα της ψυχής φούντωσε σαν λαμπάδα ταμένη στην Παναγιά, οι αναπνοές μου σταμάτησαν τις μικρές διακοπές, το βλέμμα μου άστραψε. Η ελπίδα πρόβαλε ξανά μαζί με τον φάρο του μικρού λιμανιού που με περίμενε. «Υπάρχει Ελπίς, υπάρχει Ζωή, υπάρχει το Μέλλον, που λέγεται αύριο», σκεφτόμουν όσο κόντευα να πλησιάσω και πάλι την ελπίδα.

Ξέρεις, δε στηρίζομαι πια σε σένα, δεν κρεμιέμαι σαν σταφύλι από μια κληματαριά, περιμένοντας να με φροντίσεις, να με ποτίσεις, να με ψεκάσεις, να με τρυγήσεις, δεν πιστεύω τόσο εύκολα σε υποσχέσεις ούτε σε λόγια που μοιάζουν με επιταγές δίχως αντίκρισμα, είμαι και πάλι δυνατή όπως παλιά, πριν σε γνωρίσω, πριν επενδύσω. Τώρα ξέρω πως οι ανθρώπινες σχέσεις, πτωχεύουν με την πάροδο του χρόνου, όταν οι ίδιοι οι άνθρωποι τις εγκαταλείπουν θεωρώντας τις δεδομένες, οι καρδιές υπογράφουν μνημόνια, οι συναλλαγές μοιάζουν με τράπεζες συναισθημάτων.

Χάρη σε σένα, έμαθα να με προσέχω, να με κανακεύω σαν μωρό, να μου κάνω δώρα χωρίς να πρέπει να γιορτάζω μια επέτειο, να με περιποιούμαι για να αρέσω πρώτα σε μένα και μετά στους υπόλοιπους. Έμαθα να με αγαπώ! Και το χρωστάω σε σένα βρε μπαγάσα, εσένα που με πέταξες στ’ αζήτητα μια κρύα νύχτα μες το καταχείμωνο. Πάντα θα στο χρωστάω κι εγώ να ξέρεις τις υποχρεώσεις μου τις τιμώ, τις σέβομαι και τις αποπληρώνω στο ακέραιο. Γιατί εγώ είμαι Κυρία ρε, μ’ ακούς; Κυρία. Και μια Κυρία δεν αρκεί να αυτοβαφτίζεται μ’ αυτό τον τίτλο, πρέπει να φέρεται κι αναλόγως. Γι’ αυτό θα σου στείλω κι απόψε λουλούδια, ένα μπουκέτο με ανθισμένες ορχιδέες, που ξέρω ότι σ’ αρέσουν. Για να σ’ ευχαριστήσω και να σου ξεπληρώσω την υποχρέωση που μ’ έμαθες να τα βγάζω πέρα μόνη μου, που μ’ έμαθες να ζω χωρίς εσένα, που μ’ έμαθες να βασίζομαι στη δύναμη της ψυχής μου κι όχι σε υποκατάστατα, καλή ώρα, σαν εσένα.
Στην καρτούλα θα γράφει: «Την αγάπη μου, σ’ εσένα που με πρόδωσες, σε σένα που με δίδαξες πώς να με αγαπώ και πώς να εκτιμώ κάθε στιγμή της ζωής μου, κάθε μέρα της ύπαρξής μου. Ειλικρινά σ’ ευχαριστώ.»

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαρία Στυλιανού
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

113 shares

See You In FB