Θεσσαλονίκη, σαν τότε

της Λίνας Κατσίκα

Θεσσαλονίκη. Βαδίζω στην παραλία, με τα χέρια στις τσέπες και το μπουφάν μου κουμπωμένο. Είναι απόγευμα, μέρα όμορφη, ωστόσο ο χειμώνας, κρατάει ακόμα. Βαδίζω και σκέφτομαι. Εδώ. Ένιωσα τα πρώτα μου σκιρτήματα, πλάι στη θάλασσα, στον Λευκό Πύργο από κάτω. Να. Το παγκάκι που με πρωτοφίλησε. Και το περίπτερο. Που πήρε τσιγάρα. Και τα κρεμαστά μας, τα ίδια να φοράμε. Καθίσαμε στο γρασίδι. Ξάπλωσε στα πόδια μου θυμάμαι. Χάιδευα τα μαλλιά του. Σγουρά. Κατάμαυρα. Τα δάχτυλά μου μπλέκονταν στα «δαχτυλίδια» τους. Τα άγγιζα. Μην τον πονέσω. Είχα σκύψει πάνω του κι αυτός, με τα μάτια κλειστά, ταξίδευε. Τα άνοιξε και με κοίταξε. Σηκώθηκε. Έσκυψα. Τα χείλη μας συναντήθηκαν. Την ώρα που ο ήλιος, φλογισμένος, άγγιζε τη θάλασσα, βάφοντάς την κόκκινη. Τα χείλη μας απομακρύνθηκαν. Μείναμε να κοιταζόμαστε ανίκανοι λέξη να βγάλουμε. Τα πρόσωπά μας είχαν γίνει κι αυτά κόκκινα. Τόσα χρόνια… Κι όμως. Τόσο ζωντανή ανάμνηση. Σαν τώρα, που ο ήλιος είναι έτοιμος να βυθιστεί στο υγρό του βασίλειο, βάζοντας φωτιά στα λιγοστά σύννεφα γύρω του. Στέκομαι ακίνητη. Εκεί, στο ίδιο σημείο που τότε τον κρατούσα. Βυθίζω τα χέρια μου περισσότερο στις τσέπες. Όχι γιατί κρυώνω. Για να μην τα μπήξω στο σώμα μου, να ξεσκίσω την ανάμνησή του. Γυρίζω την πλάτη μου στην εικόνα που στέκει ανεξίτηλη στο χρόνο, ακόμη, και φεύγω. «Δεν θα ξανάρθω, δεν πρέπει», λέω στον εαυτό μου. Χωρίς να είμαι σίγουρη για το αν θα το τηρήσω.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λίνα Κατσίκα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

38 shares

See You In FB