Tα Χριστούγεννα που φοβήθηκα

της Kate Hilverost

Τα Χριστούγεννα λένε είναι οικογενειακή γιορτή. Έτσι πίστευα κι εγώ μέχρι που μεγάλωσα.

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, δεν είχα όρεξη να βγω. Έπεσα για ύπνο νωρίς, κάπου στις δώδεκα. Είχα κλείσει και το κινητό. Ο ύπνος με είχε πάρει για τα καλά. Κοιμόμουν πολύ βαριά. Ξαφνικά μέσα στον ύπνο μου ακούω το κινητό μου να χτυπάει. Λέω μέσα στον ύπνο μου «Αφού σε είχα κλείσει, πως γίνεται να χτυπάς;»Το πιάνω στα χέρια μου, κοιτάζω ποιος είναι, η μαμά. Το σηκώνω και μου λέει «έλα κορίτσι μου, που είσαι είναι μια η ώρα μας περιμένει η θεία Καίτη για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι». Ω θεέ μου, μα πότε με κάλεσε η θεία στο σπίτι της; Ούτε που το θυμόμουν. Τι να κάνω; Δεν έχω και πολλές επιλογές, σηκώνομαι, ετοιμάζομαι γρήγορα-γρήγορα, μπαίνω στο αυτοκίνητό μου και κατευθύνομαι προς το σπίτι της θείας Καίτης. Σταματάω σε ένα ζαχαροπλαστείο παίρνω και μια τούρτα για το καλό, μην με πουν και γύφτισσα.

Κατά της 2 και μισή φτάνω στο σπίτι. Χτυπάω το κουδούνι. Ανοίγει η πόρτα από ένα πιτσιρίκι το οποίο δεν γνώριζα, πιθανότατα θα είναι κάποιο ανιψάκι. Μπαίνω μέσα, κόσμος παντού, οι περισσότεροι μου ήταν άγνωστοι. Ένιωθα τον αέρα σιγά-σιγά να με πνίγει. Θείες, θείοι και άγνωστοι έρχονταν κατά πάνω μου, με αγκάλιαζαν, με φιλούσαν (άφηναν και σάλια την τύχη μου μέσα) και μου έλεγαν «Αλικάκι πόσο μεγάλωσες, πόσο καιρό έχουμε να σε δούμε, μα τι κούκλα είσαι εσύ; φτου-φτου ίδια η μάνα σου είσαι!» (τώρα αυτό το τελευταίο για καλό το είπαν;). Εγώ κοιτούσα με έντρομο βλέμμα γύρω μου, δεν κουνιόμουν, δεν μπορούσα και να ήθελα έτσι όπως με είχαν περικυκλώσει, προσπαθούσα μόνο να χαμογελάσω αλλά δεν μου ήταν και εύκολο καθώς ένιωθα ότι τα μαγουλά μου ήταν σαλιωμένα και πολύ πιθανόν να είχαν και κραγιόν.

Ύστερα από το πρώτο σοκ έτρεξα στην τουαλέτα να πλύνω λίγο το πρόσωπό μου, πήρα δυο-τρεις βαθιές ανάσες και βγήκα έξω πάλι. Προσπάθησα μέσα στο πλήθος να βρω καμιά γνωστή φάτσα, να πω καμιά κουβέντα, να νιώσω λίγη ασφάλεια. Τελικά κάπου δε μια γωνιά βρήκα έναν ξάδερφο, τον Μιχάλη. Πιάσαμε λίγο την κουβέντα μιας που είχα να τον δω και καιρό, αλλά τα πιτσιρίκια δεν μας άφηναν σε ησυχία. Χοροπηδούσαν ανάμεσά μας, φώναζαν, έκλαιγαν, χτυπιόντουσαν και άλλα πολλά. Είδα ότι το κλίμα δεν με σήκωνε και πολύ και είπα να πάω προς τη μεριά που καθόταν η μάνα μου, στην κουζίνα, να βοηθήσω και λίγο μπας και περάσει η ώρα. Τι το θελα η ηλίθια; Ξαφνικά άρχισαν να με βομβαρδίζουν οι θείτσες με ερωτήσεις: Έχεις αγόρι; Γιατί δεν έχεις; Να σου βρούμε εμείς ένα καλό παλικάρι; Κ.λ.π. κ.λ.π. Το κεφάλι μου είχε γίνει καζάνι.

Ευτυχώς ήρθε η ώρα του φαγητού, το μόνο ευχάριστο μέχρι στιγμής. Μετά άρχισε το πανηγύρι. Χορός, τραγούδι και κακό. Μα που έμπλεξα χρονιάρα μέρα ήθελα να ξερα; Δεν τα ονειρευόμουν έτσι τα Χριστούγεννα. Μετά από λίγο άρχισαν και οι οικογενειακοί καυγάδες. Κάτι θείοι άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους, απ’ ότι κατάλαβα για κάτι χωράφια. Τραγικό, πήγαν να πιαστούν στα χέρια, ευτυχώς τους χώρισαν εγκαίρως. Πως τα κατάφεραν πάντως και μετά από λίγο χόρευαν αγκαλιασμένοι ένας θεός ξέρει.

Είχα αρχίσει να απελπίζομαι, η ώρα είχε πάει πέντε και μισή. Πήρα τα πράγματά μου για να φύγω. Ξαφνικά νιώθω δυο χέρια να με τραβάνε και κάποιον να λέει «Φεύγει, φεύγει, πιάστε την». Άρχισαν τότε όλοι να έρχονται κατά πάνω μου. Δεν μπορούσα να ξεφύγω, δεν μπορούσα να βγάλω λέξη. Κατάφερα μετά από μερικά δευτερόλεπτα να βγάλω μια κραυγή «Ααααααααααααααααααααααααα». Και αυτό ήταν… ΞΥΠΝΗΣΑ.

Εφιάλτης ήταν τελικά. Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα, λαχανιασμένη. Ευτυχώς ήμουν σπίτι, το κινητό μου ήταν κλειστό, έχω αγόρι και δεν χρειάζεται να μου κάνουν προξενιό και το σημαντικότερο δεν είμαι καλεσμένη σε κανένα οικογενειακό τραπέζι ή μάλλον είμαι αλλά δεν θα πάω. Θα περάσω την ημέρα των Χριστουγέννων σε ένα σαλέ κάπου μακριά από το σόι με τους φίλους μου. Τι χαρά!!

Ετικέτες: ,

Related Posts

Kate Hilverost
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

33 shares

See You In FB