«Τα τυχερά της»

της Αναστασίας Βούλγαρη

9 ακριβώς. Ξανά μία από τα ίδια. Κουνάει τα πόδια της αμήχανα, περιμένοντας να ακούσει το όνομα της. Το ίδιο κουστούμι. Ο ίδιος κότσος στα μαλλιά. Τα ίδια παπούτσια. Τα «τυχερά» της, όπως τα αποκαλεί. Αν ήταν, όμως, τυχερά δεν θα έπρεπε να δει και μία άσπρη μέρα μετά από οχτώ ολόκληρους μήνες; «Η κυρία Σπατούνη;», ακούει το όνομα της και το κορμί της πετάγεται μπροστά. «Μπορείτε να περάσετε», της λέει και η Τέρη νιώθει πως θέλει να κάνει ένα βήμα πίσω, μα ξαφνικά βρίσκεται καθισμένη μπροστά του, με τα μάτια του προσηλωμένα στο μέλλον της. Ένα μέλλον αβέβαιο, γεμάτο λογαριασμούς, δύο νοίκια απλήρωτα, μία σπιτονοικοκυρά γεμάτη γκρίνια και μία ζωή, η παλιά της ζωή, στην Καλαμπάκα. Σήμερα, πρέπει να είναι η τυχερή της μέρα, σκέφτεται και χαμογελάει παγερά. Μετά από τρεις ερωτήσεις, ένα τυπικό και συνάμα ανέκφραστο χαμόγελο και μία χειραψία, που της κοκκίνισε την παλάμη, η πόρτα πίσω της έκλεισε απότομα. Ο χτύπος αυτός την έκανε να συνειδητοποιήσει πως αυτή ήταν η 11 συνέντευξη της μέσα σε 13 μέρες. «Μέχρι το απόγευμα θα έχετε μία απάντηση», της είπε η γραμματέας αδιάφορα, διακόπτοντας τις σκέψεις της. Θετική; Αρνητική; Δεν κατάλαβε ακριβώς. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει. Ίσως δεν ήθελε να ακούσει. Γυρνώντας στο σπίτι, κάθισε στον καναπέ και ξαναέφερε στο μυαλό της την συνέντευξη. Οι απαντήσεις της θα μπορούσαν να ήταν και καλύτερες, σκέφτηκε. Η αγωνία της ολοένα μεγάλωνε, όσο η ώρα περνούσε και το κινητό της δεν χτυπούσε. Πήγε στο ψυγείο και άνοιξε μία μπύρα. Μετά την έβδομη άρχισε να ηρεμεί και να θυμάται πάλι τα παιδικά της χρόνια. Πάντα, αυτό έκανε. Έπινε και θυμόταν. Τη μια το μικρό χωριό στην Καλαμπάκα, την άλλη την πρώτη της φορά, μετά τους γονείς της, τον παππού της που τον λάτρευε, μα πάντα πρώτα από όλους, την αδυναμία της. Την Δανάη. Από μικρές αυτή ήταν περισσότερο θαρραλέα και πεισματάρα. Έλεγε στην Τέρη πως θα την πάρει και θα φύγουν από την μιζέρια του χωριού. Θα πήγαιναν στην μεγαλούπολη να ζήσουν. Ακόμα, θυμάται την φωνή της στο τηλέφωνο να της λέει «Τέρη πήρα τα πρώτα μου λεφτά και αγόρασα τα πιο ωραία παπούτσια του κόσμου και όταν έρθεις στην Αθήνα θα αγοράσουμε και σε εσένα». Η χαρά δεν κρυβόταν από την φωνή της. Την ένιωθε διαφορετική, σαν η Αθήνα να την άλλαξε. Σαν κάτι να την άλλαξε. Και έτσι, ήταν. Είχε γνωρίσει τον πρώτο της έρωτα. Έλεγε συνέχεια πως τα παπούτσια της έφεραν γούρι. Το τηλεφώνημα τέλειωσε βιαστικά. Έτσι, βιαστικά τέλειωσαν όλα. Δεν ξανάκουσε νέα της. Δεν ξανάκουσε την φωνή της. Δεν ξαναείδε το πρόσωπο της. Την ημέρα του δυστυχήματος της παρέδωσαν κάτι παπούτσια. Μόνο αυτά είχαν απομείνει, της είπαν. Μακάρι εκείνο το τηλεφώνημα να κρατούσε λίγο ακόμα, σκέφτηκε, ώσπου κοίταξε το ρολόι της. 9 ακριβώς. Ξανά τα ίδια. Τα πόδια της δεν την κρατούσαν μέχρι την κρεβατοκάμαρα. Ξάπλωσε στον καναπέ με τα «τυχερά» παπούτσια της αδερφής της. Ίσως, αύριο να είναι μία πιο τυχερή μέρα Δανάη, είπε και αποκοιμήθηκε βαθιά.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Βούλγαρη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB