Τα όρια δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Φοβόμαστε την απόρριψη, τη δυσκολία, το μετέωρο. Όταν ακούμε το δεν, το μη, το όχι σαν να παγώνουμε, να θυμώνουμε, να θέλουμε να τα «βροντήξουμε» όλα και να φύγουμε πριν μας πάρει χαμπάρι ο συνομιλητής. Γιατί όμως;

Νο, niet, nein… Ελάχιστες λέξεις για κάθε γλώσσα. Στη χώρα μας πάλι, αυτή η λέξη δίνει και παίρνει. Ποικίλλει και ξεστομίζεται ως «όχι», «μη», «δεν πρέπει», «απαγορεύεται». Και βέβαια ως «Τι κάνεις ρε μαλάκα» του κολλητού (που ισούται με όχι), να το συμπεριλάβουμε κι αυτό. Το όχι πρέπει να το αποδεχτείς και να το ζητάς. Αν κανείς ποτέ δεν στο ‘χει πει, να ψαχτείς για καινούργιες παρέες. Πονάει πολλές φορές, γιατί συμβαδίζει με την αλήθεια. Όμως δεν στερείται αγάπης. Μας αφυπνίζει, μας ωθεί να βελτιώσουμε ή και ν’ αλλάξουμε κάτι. Να το λες κι εσύ όταν το νιώθεις και ίσως ν’ ακούσεις και κανένα ευχαριστώ.

Για τότε που αντιδρούσες κι έκανες το κομμάτι σου, καλά έκανες θα πω. Στη ζωή, μπλάνκο δεν υπάρχει και τα σενάρια που είναι «ίσια», και δεν εκτρέπονται σε ατασθαλίες των ηρώων, κάνουν την ταινία βαρετή. Ούτε οι ζωές μας θα μας αρέσαν, άχαρες χωρίς τα μεν και τα δε, το σωστό και το λάθος, το «γιν» και το «γιανγκ». Αλλά κι εκείνον, που στο ‘χε πει το «καταραμένο» το όχι, μέτρα τον δυο φορές. Εκεί που θα σε δει, ο δόλιος, στην άκρη του γκρεμού, πρέπει να σε κρατήσει. Δε θα σου χαριστεί. Και τότε θα το πει. Γιατί έτσι δένονται οι σχέσεις μάτια μου, με το μαγνάδι των ορίων. Δεν είσαι ο αλάνθαστος, ούτε ο ξεχωριστός, είσαι μοναδικός. Μία Special Edition του 2017 και του σήμερα. Κανείς δεν είναι Εσύ. Με κανέναν δεν μοιράζεσαι την ίδια ψυχή. Θέσε λοιπόν και τα δικά σου όρια, εκεί που νιώθεις να είσαι ο εαυτός σου. Τα «όχι», τα «μη» και τα όρια δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν.

Προτιμάμε τα έτοιμα, τα ζεσταμένα, τα χωρίς προσπάθεια, τα «δε βαριέσαι». Κυνηγάμε την αποδοχή και την επιβεβαίωση. Το ζόρικο όμως, στην κορυφή του θρόνου, είχε πάντα μια γοητεία και κάτι παραπάνω. Τι κι αν τα αποκτήσουμε όλα με την πρώτη προσπάθεια; Τι κι αν έχουμε τα πάντα χωρίς καθόλου κόπο; Αυτοματοποιημένα δηλαδή. Δεν θα εκτιμηθεί τίποτε έτσι. Την ίδια συνταγή έχουν και τ’ απωθημένα. Γεννιούνται κάπου ανάμεσα στην επιθυμία μας για κάτι και τη συνειδητοποίηση ότι ποτέ δεν θα το ‘χουμε. Εφόσον το απομυθοποιήσουμε αποβάλλεται. Άξιζε δεν άξιζε, είχαμε κάτι για όνειρο. Και πορευόμαστε. Πάντα ήταν γεμάτο με γλυκά το σπίτι. Και πάντα έψαχνα για ‘κείνες τις σοκολάτες, τις κρυμμένες στην κατσαρόλα της κουζίνας. Άνοιγα το ντουλάπι και μετά το καπάκι με θόρυβο. Τις έπαιρνα κι έτρεχα. Ήταν πιο «νόστιμες».

Τόσα συναισθήματα κατακρημνίζονται για χάρη του Ναι. Και η αγωνία; Η αναμπουμπούλα, η αναμονή, ένας έρωτας πλατωνικός; Η αδρεναλίνη, η σεροτονίνη που ανεβαίνουν στα ύψη; Η ψυχή τα ζητάει. Αλλιώς θα βυθιστεί μέσα στη ναφθαλίνη. Είναι άδικο να παραγκωνίζεις το όχι και να επιζητείς το ναι. Να συνδυάζεις την απόρριψη και την επικύρωση με τις εκάστοτε λέξεις. Τι πιο τίμιο από το να παραμένεις αληθινός ανεξαρτήτως τις περιστάσεις; Με λίγα λόγια, φτωχά, πες αυτό που θες να πεις ακόμα κι αν η απάντησή σου διαφέρει απ’ όλες τις άλλες. Οι λέξεις είναι πολλές, αλλά πώς τις χρησιμοποιούμε; Γιατί τις μπερδεύουμε; Και κάτι ακόμα για το τέλος: Γιατί λέμε πιο εύκολα το Ναι παρά το Όχι; Γιατί ενώ θέλουμε να πούμε Όχι το στόμα λέει Ναι;

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

84 shares

See You In FB