Τα κουρασμένα «σ’ αγαπώ»

της Λουκίας Πέτρου

Στέκουν σε μια γωνιά ανήμπορα να σηκωθούν. Να βγουν από το σκοτάδι που τα κρύβει. Να φωνάξουν πως είναι κι αυτά εδώ, πως ακόμα ζουν και αναπνέουν για ένα φιλί, για ένα χάδι, για μία τρυφερή αγκαλιά. Βαθιά μέσα τους, αδημονούν για ένα βλέμμα γεμάτο νόημα, υπονοούμενα και πάθη του κορμιού. Μα είναι αδύναμα πια να τα διεκδικήσουν, να τα ορίσουν, να τα διαμορφώσουν. Ράγισε το γυαλί του εύθραυστου κορμιού τους, και φοβούνται μη σπάσουν. Κι έτσι στέκουν ακίνητα, αμίλητα, στρατιωτάκια ακούνητα. Μόνο που αυτό δεν είναι παιχνίδι παιδικό. Είναι η ζωή δύο ανθρώπων, που ξεκίνησαν να χτίζουν τη ζωή τους, πάνω στα «σ’αγαπώ» που βγήκαν από τα χείλη τους, κάποιο βράδυ, ίσως και κάτω από τα αστέρια, δίπλα στη θάλασσα ή ακόμα και σε μία στάση λεωφορείου, περιμένοντας τον ερχομό του. Και μέσα στην αναμονή πρόλαβε να χωθεί ένα «σ’ αγαπώ», για να καλύψει το κενό και να γλυκάνει το χρόνο.
Μα πλέον χάθηκαν, στην πολύβουη πόλη. Στα συρτάρια του γραφείου, που γεμίζει με υπηρεσιακά έγγραφα και υποθέσεις που κουβαλάς μαζί σου παντού. Στο δρόμο, στο σπίτι, στο μυαλό. Στις υποχρεώσεις και τους λογαριασμούς, που στοιβάζονται στην πόρτα του ψυγείου. Στις ματιές που πλέον δεν συναντιούνται και στα σώματα που δεν αγκαλιάζονται.
Και σιγά, σιγά ο χώρος για τα «σ’ αγαπώ» λιγοστεύει. Στριμώχνεται στις σκέψεις και τις ευθύνες. Στην έλλειψη κατανόησης και συμπαράστασης. Κι ας παλεύουν για το χώρο τους. Για ό,τι τους αναλογεί και τους αρμόζει. Για ό,τι τους ανήκει. Μα στο τέλος κουράζονται και σταματούν. Χάνουν τη δύναμη και την επιρροή τους. Αφήνονται να παρασυρθούν, να πέσουν κάτω και να ραγίσουν. Και στο τέλος να σπάσουν. Κι έτσι κομμάτια όπως έγιναν, θα πατηθούν ξανά και ξανά, μέχρι να γίνουν σκόνη και να τα σκορπίσει ο αέρας μακριά.
Μα μόνο για μία στιγμή προλαβαίνεις. Την ώρα, που πέφτουν να τα πιάσεις. Να τα ακουμπήσεις απαλά στο χέρι σου και να τα προστατεύσεις. Να τα κλείσεις στο μέρος της καρδιάς, να ακούσουν το χτύπο της και να αρχίσουν να ζουν και πάλι. Σιγά σιγά, να ζεσταθούν ξανά. Να κάψει και πάλι η φωτιά μέσα τους. Που καίει και τους δίνει ζωή. Νόημα και ύπαρξη.
Στο χέρι σου είναι. Αν θες, τα προλαβαίνεις. Αν όχι, άστα να πέσουν, να σπάσουν, να παρασυρθούν. Μη λυπάσαι γι΄ αυτά που χάθηκαν. Κάνε χώρο στη ζωή σου, για να μπουν καινούργια. Για να ξαναρχίσουν όλα από την αρχή.
Καινούργια «σ’ αγαπώ», καινούργια ζωή κι όλα πάλι από την αρχή…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

63 shares

See You In FB