Τα καμπανάκια των Χριστουγέννων

της Αναστασίας Μιγδάνη

Από το πρωί, χωμένη μέσα στη χαρτούρα και στην ψυχρή οθόνη του υπολογιστή της, πάλευε με τους αριθμούς. Τελειώνει η χρονιά κι εγώ πρέπει να είμαι εντάξει σε όλα, σκέφτηκε, συνεχίζοντας πυρετωδώς τους υπολογισμούς.
Τις σκέψεις της διέκοψε η μουσική που ξεκίνησε να παίζε στην διπλανή αίθουσα. Το καθιερωμένο πάρτι της εταιρείας για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τα γέλια των συναδέλφων της ακουγόταν μέχρι εδώ.
Την είχαν προσκαλέσει όπως κάθε χρόνο, αλλά τους απάντησε ευγενικά πως δεν προλάβαινε. Στην πραγματικότητα ήθελε να τους πει πως δεν της άρεσαν οι γιορτές. Τις σιχαινόταν. Αυτός ο ψυχαναγκασμός να περάσουν καλά, την εκνεύριζε. Δώρα, ευτυχισμένα πρόσωπα, χριστουγεννιάτικες ταινίες στην τηλεόραση, φαγητό μέχρι σκασμού. Και το χειρότερο; Οικογενειακές συγκεντρώσεις. Μαζεμένοι όλοι, να γελάνε με τα κρύα αστεία των συγγενών, που έβλεπαν μία φορά τον χρόνο. Τίποτα πιο ψεύτικο γι’ αυτό και είχε αποφασίσει εδώ και χρόνια να απέχει.
Συνέχισε να δουλεύει χωρίς ανάσα, για να τελειώσει. Δεν έπρεπε να αφήσει τίποτα για το νέο έτος. Λίγο πριν κλείσει τον υπολογιστή της, κοίταξε την ώρα, κάτω δεξιά στην οθόνη. 21:00. Η μουσική και τα γέλια από την διπλανή αίθουσα, είχαν εδώ και ώρα σταματήσει. Όλοι τώρα θα ήταν στα σπίτια τους με τις οικογένειες τους και τους φίλους τους περιμένοντας την αλλαγή του χρόνου.

Η αλήθεια ήταν πως κι αυτή την περίμεναν στο πατρικό της. Για άλλη μια φορά όμως, βρήκε μια δικαιολογία για να μην πάει. Θα πάω εκδρομή με παρέα, τους είπε για να γλυτώσει την ανάκριση. Όμως θα περνούσε την παραμονή στο σπίτι, μόνη. Αυτό είχε ανάγκη κι αυτό θα έκανε. Σηκώθηκε από την καρέκλα και τέντωσε το μουδιασμένο της κορμί. Άρχισε να μαζεύει τα πράγματα της γρήγορα. Βιαζόταν να χωθεί στην ζεστασιά του σπιτιού της.
Η διαδρομή ήταν σύντομη κι έτσι γρήγορα ξεκλείδωσε την είσοδο, όπου την περίμενε ένα πολύχρωμο κουτί. Αποστολέας η μαμά της, όπως κάθε χρόνο. Μπήκε μέσα στο διαμέρισμα και με ανακούφιση, πέταξε το μπουφάν και τα παπούτσια της στο χωλ
Χώθηκε στον καναπέ και πήρε στα χέρια της το κουτί. Το άνοιξε με προσοχή και βρέθηκε μπροστά σ’ ένα παλιό καρουζέλ. Δώρο από τον Άη Βασίλη όταν ήταν πέντε χρονών. Θυμάται ακόμη την μαμά της να την βγάζει στην βεράντα για να δει το έλκηθρο του. Χιόνιζε πυκνά και δεν έβλεπε τίποτα. Η μαμά της έσκυψε και της ψιθύρισε στο αυτί: Κλείσε τα μάτια σου και θ’ ακούσεις τα καμπανάκια που φοράνε οι τάρανδοι στον λαιμό τους. Τα έκλεισε σφιχτά και τότε έφτασε στα αυτιά της, ο ήχος τους. Στην αρχή αχνός, αλλά μετά πιο ξεκάθαρος. Ναι, ήταν ο Άη Βασίλης με τους τάρανδους που σέρνανε τον έλκηθρο του. Άκουσε την φωνή του να της λέει Καλά Χριστούγεννα, καθώς απομακρυνόταν. Καλά Χριστούγεννα Άη Βασίλη, φώναξε, καθώς έμπαινε χαρούμενη μέσα στο σπίτι.

Το έσφιξε στην αγκαλιά της με λαχτάρα. Πότε ξέχασα να πιστεύω στις γιορτές; Πότε έχασα την μαγεία των Χριστουγέννων; Τι έφταιξε αλήθεια; Έκλαψε για όλα τα χρόνια που είχε αφήσει να περάσουν χωρίς νόημα. Τα δάκρυα της καθαρίζανε την μαυρίλα της ψυχής της. Χωρίς δεύτερη σκέψη, άρπαξε το τηλέφωνο και σχημάτισε το νούμερο του πατρικού της. Έλα μαμά, η Μαργαρίτα είμαι. Η εκδρομή ακυρώθηκε. Υπάρχει θέση και για μένα στο οικογενειακό τραπέζι; Ετοιμάζομαι κι έρχομαι. Μαμά…. Eυχαριστώ πολύ για το δώρο. Σ’ αγαπώ.
Ακούμπησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και σηκώθηκε να ετοιμαστεί. Ξαφνικά, κάτι ακούστηκε. Μοιάζει με ήχo… Όχι αποκλείεται, η φαντασία μου είναι. Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά και τότε τα άκουσε. Αχνά στην αρχή και μετά ξεκάθαρα. Ήταν τα καμπανάκια από το έλκηθρο του Άη Βασίλη. Χαμογέλασε καθώς φώναζε Καλά Χριστούγεννα Άη Βασίλη.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

52 shares

See You In FB