Τα δύο πρόσωπα της απελπισίας

της Αναστασίας Μιγδάνη

Άλλη μια νύχτα κρυμμένος να περιμένω. Ξύλιασα ακίνητος στην γωνία. Το κρύο δεν παλεύεται. Το καλοκαίρι ήταν καλά. Απολάμβανα την βραδιά, χαζεύοντας κάπου-κάπου τον ουρανό. Μύριζε η ατμόσφαιρα θάλασσα. Ερχόταν σαν το κύμα και με χάιδευε. Δεν με πείραζε όσο κι αν αργούσε.
Όμως τώρα, χειμώνιασε. Όσα ρούχα κι αν φορέσεις, δεν φτάνουν όταν πρέπει να περιμένεις ακίνητος για ώρα. Χουχουλιάζω τις φούχτες με την ανάσα μου. Τρέχω επιτόπου, πριν κοκαλώσουν τα πόδια μου και δεν μπορώ να κουνηθώ.
Κοντεύει τρεις. Ερημιά. Όλοι είναι χωμένοι στην ζεστασιά του σπιτιού τους. Κάποιοι κοιμούνται κι άλλοι χαζεύουν τηλεόραση για να τους πάρει ο ύπνος. Κάποιοι διαβάζουν βιβλία και ταξιδεύουν στις σελίδες τους κι άλλοι μπερδεμένοι σε μία αγκαλιά χάνονται από ηδονή.

Κι εσύ, μάγκα μου, πάλι εδώ. Στην ίδια γειτονιά. Να περιμένεις το καθημερινό σου φαγητό. Δεν λες καλά, που το ‘χεις κι αυτό; Άλλοι θα σκοτώνανε για να το γευτούνε. Γι’ αυτό μη λες κουβέντα. Να ευχαριστείς την τύχη σου.
Να! Το σουβλατζίδικο μόλις έκλεισε. Ο ιδιοκτήτης, ένας συμπαθητικός σαρανταπεντάρης, κλειδώνει και φεύγει. Κοιτάζω δεξιά-αριστερά, καθώς τον βλέπω να στρίβει την γωνία. Πλησιάζω διστακτικά τον κάδο απορριμμάτων. Σηκώνω το πράσινο καπάκι του που τρίζει. Η δυσοσμία τρελαίνει την όσφρηση μου. Βάζω το δεξί μου χέρι στην μύτη. Η μυρωδιά συνεχίζει ακάθεκτη τον δρόμο της προς τα ρουθούνια μου. Χώνω το χέρι μου στο εσωτερικό του και ψάχνω με μανία. Κάτι θα βρω στα σίγουρα. Ο σουβλατζής κάθε βράδυ πριν κλείσει πετάει ότι έχει ξεμείνει. Πάνω-πάνω. Σφραγισμένο καλά σε καθαρή σακούλα. Ωπ! Κάτι νιώθω. Μα ναι, αυτή είναι. Τυχερός και σήμερα. Την αρπάζω στα κλεφτά και πριν με δει κανείς, την κρύβω μέσα στο μπουφάν μου. Την σφίγγω πάνω μου, όπως αγκαλιάζει ο ερωτευμένος άντρας το αντικείμενο του πόθου του. Με λαχτάρα και ηδονή.
Κάθε βράδυ η ίδια ιστορία. Εδώ κι έξι μήνες. Και κάθε φορά αναρωτιέμαι: Γιατί σε μένα; Γιατί όχι σε σένα, μου απαντάω. Η δυστυχία δεν κάνει εξαιρέσεις. Έτσι και σε βάλει στο μάτι, την έβαψες. Πρώτα ο γείτονας, μετά ο φίλος. Τώρα εσύ! Τόσο απλά. Κλείνω τον κάδο. Κουμπώνω το μπουφάν μου και φεύγω. Τα βήματα μου γρήγορα. Αύριο το βράδυ πάλι.

 

Πρέπει να ετοιμάσω το πακέτο πριν κλείσω το μαγαζί. Ότι ξέμεινε από όλη την μέρα. Να το βάλω στην σακούλα και να το πάω στον κάδο. Πάνω-πάνω να το ακουμπήσω. Μην ψάχνει και δεν το βρίσκει. Η ώρα κοντεύει τρεις. Το κρύο σήμερα σου τρυπάει το κόκαλο. Να κλειδώσω το μαγαζί και πριν φύγω για το σπίτι να αφήσω το «γεύμα» του στον κάδο. Το ξέρω πως με παρακολουθεί. Κάθε βράδυ κάνω πως φεύγω, αλλά κρύβομαι στην γωνία και περιμένω. Εδώ και έξι μήνες η ίδια ιστορία. Βρέξει-χιονίσει. Πιστός στο ραντεβού του. Ηλικία γύρω στα 35. Σκυμμένο σώμα και θλιμμένη έκφραση στο πρόσωπο. Η ζωή για κάποιο λόγο του φέρθηκε άδικα.
Νάτος! Εδώ, όπως κάθε νύχτα. Ανοίγει βιαστικά το καπάκι του κάδου και χώνει το χέρι του μέσα. Ψάχνει απεγνωσμένα να βρει τον θησαυρό του. Την σακούλα που βάζω προσεκτικά μέσα πριν φύγω. Την βγάζει με λαχτάρα και την κρύβει γρήγορα στο μπουφάν του. Την σφίγγει. Σα να φοβάται μην την χάσει, μην του την αρπάξει κάποιος από την αγκαλιά. Γυναίκα να ήταν δεν θα την αγκάλιαζε με τόσο πάθος. Κοιτάζει βιαστικά δεξιά-αριστερά και απομακρύνεται. Κι εγώ κάθε βράδυ εδώ κρυμμένος να τον περιμένω. Κάθε βράδυ να του ετοιμάζω το τραπέζι. Κι ας μην το ξέρει αυτός. Κι ας νομίζει ότι είναι τα περισσεύματα της ημέρας. Δεν με νοιάζει. Το μόνο που θέλω είναι έστω και μ’ αυτό τον τρόπο να τον κάνω ευτυχισμένο. Για όσο κρατήσει. Δεν έχει σημασία. Νιώθω όμορφα γνωρίζοντας πως κάτι κάνω κι εγώ. Κάτι προσφέρω. Κάπως βοηθάω. Με τον δικό μου τρόπο. Αυτό μπορώ, αυτό κάνω.
Αυτό που με πονάει όμως, είναι η σκέψη που τριβελίζει το μυαλό μου κάθε βράδυ. Σήμερα αυτός. Αύριο εσύ; Μία λεπτή γραμμή μας χωρίζει όλους από την δυστυχία. Άραγε, αν συμβεί σε μένα, θα βρεθεί κάποιος να με βοηθήσει με όποιον τρόπο μπορεί; Διώχνω απότομα τις κακές σκέψεις, τρίβοντας τα χέρια μου να ζεσταθούν. Σηκώνω τον γιακά του σακακιού μου και παίρνω αργά τον δρόμο για το σπίτι. Βήμα-βήμα με φέρνει πιο κοντά του, καθώς μία ελπίδα καίει μέσα μου.

Μακάρι να ήταν το τελευταίο βράδυ…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Μιγδάνη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

33 shares

See You In FB