Στο δρόμο

της Μαίρης Τσιόικα

13 Δεκεμβρίου 2017
Είναι εννέα το πρωί, ο Μανώλης ανοίγει τα μάτια του, ρίχνει μια ματιά στη μητέρα του, που κοιμάται δίπλα του. Με προσοχή σηκώνεται, για να μη την ξυπνήσει. Αν και μήνας Δεκέμβρης, έχει έναν ήλιο φωτεινό, σχεδόν Αυγουστιάτικο. Ο αέρας όμως είναι αλλιώτικος, ψυχρός, τσουχτερός, του υπενθυμίζει πως μπήκε για τα καλά ο χειμώνας. Μισεί τους κρύους χειμώνες και τα ζεστά καλοκαίρια, τον κουράζουν πολύ. Πριν λίγες μέρες έκλεισε τα δέκα του χρόνια, του μοιάζουν σαν αιώνες.
Ο ήχος της πεινασμένης κοιλιάς, διέκοψε απότομα τις σκέψεις του. Έπρεπε κάτι να φάει. Χθες ήταν τυχερός σκέφτεται, μια καλή φουρνάρισσα της γειτονιάς, του χάρισε ένα ολόκληρο κομμάτι πίτσα. Είναι η δεύτερη φορά, η δεύτερη δοκιμή αυτής της υπέροχης συνταγής που ονομάζεται πίτσα. Έφαγε τη μισή το πρωί και την άλλη μισή το απόγευμα. Μακάρι να είχε λίγη ακόμη. Ένα κομματάκι σαλάμι και λίγο κασεράκι θα ήταν λύτρωση για το φασαριόζικο στομάχι του. Έβαλε το σκουφί του και προχώρησε μέσα στα στενά της γειτονιάς, με προορισμό την γλυκιά φουρνάρισσα. Η πλάτη του ήταν αρκετά πιασμένη απ’ το ξύλο το δικό του «ξύλινο κρεβάτι», όπως αποκαλούσε το παγκάκι, που τον φιλοξενούσε τα τελευταία δύο χρόνια μαζί με τη μητέρα του.

Μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε στον αγαπημένο του φούρνο. Κόλλησε την μουτσούνα του μπροστά στο τζάμι, μπροστά στις πίτσες, στις τυρόπιτες, στα κρουασάν, στα κουλούρια. Τα μάτια του αναζήτησαν την φιγούρα της καλής φουρνάρισσας, αλλά για κακή του τύχη στην θέση της ήταν ο σπιούνος γιος της. Φωνακλάς, ειρωνικός και επιθετικός στους βρωμιάριδες άστεγους, όπως τους χαρακτήριζε. Δεν του άρεσε ποτέ η λέξη άστεγος, δεν ήθελε να τον αποκαλούν έτσι. Κάποτε ένας σοφός γέρος άστεγος, του είχε πει πως δεν είναι άστεγος μα κάτοικος του δρόμου και κάπως του άρεσε αυτός ο ορισμός. Από τότε δηλώνει κάτοικος και όχι άστεγος.
Δεν τόλμησε να μπει, ούτε στο κατώφλι του φούρνου. Συνέχισε το δρόμο του και προς άλλα μαγαζιά της γειτονιάς. Καθώς προχωρούσε αντίκρισε έναν άντρα, που κρατούσε στα χέρια του ένα πράσινο δέντρο. Τον κοίταξε με περιέργεια. «Έφτασαν τα Χριστούγεννα», σκέφτηκε. «Αυτό μόνο ένα πράγμα σημαίνει, μας στόλισαν το δέντρο στην πλατεία». Ο Μανώλης άρχισε να τρέχει σαν κυνηγημένος, μερικοί περαστικοί τον κοιτούσαν με απορία ενώ άλλοι με απάθεια. Τα μικρά του ποδαράκια έπαυσαν λίγα μέτρα αργότερα στη μέση της μεγάλης πλατείας.

Ο Μανώλης έβγαλε το σκουφί του. Ύψωσε το βλέμμα του και κοίταξε το ψηλό στολισμένο δέντρο. Σκέφτηκε πως θα ήθελε να το αγκαλιάσει, μα ήταν πολύ μεγάλο γι αυτόν. Το πλατύ χαμόγελο ενθουσιασμού στα χείλη του, γρήγορα μετατράπηκε σε θλιμμένη αγκύλη. «Και ο Άγιος Βασίλης; Θα έρθει ποτέ για μένα ή ξέχασε για πάντα το όνομα μου από την λίστα του;» Φώναξε χωρίς να το νοιάζει αν θα τον ακούσει κανείς. Η κοιλιά του, του υπενθύμισε πως όλα αυτά ήταν ένα όνειρο, ένα ψεύτικο όνειρο για παιδιά με γεμάτα στομάχια και μαλακά στρώματα. Σκούπισε τα υγρά του μάτια, έβαλε το σκουφί και συνέχισε να ψάχνει για μια μπουκιά ψωμί.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB