Στο δρόμο απέναντι

της Μαίρης Τσιόικα

φωτογραφία, Κωνσταντίνος Π. Πανάτσας, Αμοργός

Είχε φτάσει κιόλας καλοκαίρι, ήταν η αγαπημένη του εποχή απ’ όταν ήταν μικρός. Ακόμη είναι, όταν καταλαβαίνει τουλάχιστον πως έφτασε. Έτσι μου είπε. Είχε κάνει αρκετές δουλειές όλα αυτά τα καλοκαίρια, που’χασε το μέτρημα. Απ’ όλες, αγάπησε αυτήν σε ένα τουριστικό γραφείο. Τον γοήτευε να βοηθά τους ανθρώπους, να δραπετεύουν απ’ την πλήξη της ρουτίνας. Έπειτα ήρθε εκείνη η μεγάλη ευκαιρία. Καλοκαίρι 1988, με την Ελένη έπαιξαν το φοβερό τυχερόχαρτο, κέρδισαν μερικά καλά λεφτά για τα δεδομένα της εποχής κι όλα φάνηκαν να στρώνουν. Πήραν μεζονέτα, κούρσα Μερσεντές, παντρεύτηκαν κιόλας. Με πρωτοβουλία της Ελένης μερικά χρόνια αργότερα, άνοιξαν και ένα μαγαζί κοντά στο κέντρο με παπούτσια, για να έχουν μια δουλειά και κυρίως για να ικανοποιεί την αγάπη της για τη μόδα. Τα πρώτα χρόνια όλα πήγαιναν καλά, προσέλαβαν και μια υπάλληλο τη Δάφνη, φοιτήτρια Φιλολογίας από την επαρχία που’χε ανάγκη τα λεφτά. Παιδιά δεν έκαναν ποτέ και μόλις μπήκε η Δάφνη στην ζωή τους, της έδωσαν απλόχερα αγάπη και στοργή αφύσικη. Πέρασε όμως μια πενταετία και η Δάφνη τελείωσε το Πανεπιστήμιο, έφυγε με την υπόσχεση να τους επισκέπτεται συχνά, δεν το ‘κανε ποτέ. Από τότε δεν ξαναπήραν υπάλληλο.

Ο Γιάννης, είναι ήρεμος άνθρωπος, εσωστρεφής κι όταν το μαγαζί άρχισε να χάνει την πελατεία, απ’ τις μεγάλες ξενόφερτες αλυσίδες δεν είπε τίποτα της Ελένης, για να μην την στενοχωρήσει στην κατάστασή της. Την αγαπούσε πολύ, από τότε που την γνώρισε εκείνο το καλοκαίρι του ’80, δεν κοίταξε ποτέ άλλη γυναίκα, γι’ αυτό και η αγάπη του γι’ αυτή την εποχή. Τα επόμενα χρόνια, η ζωή τους πήρε την κάτω βόλτα, τα λιγοστά λεφτά που έμειναν στην άκρη δεν έφταναν ούτε για το μαγαζί, ούτε για τα φάρμακα της Ελένης. Αυτό το καταραμένο μητρικό ρολόι, που δυστυχώς δεν έπαψε ποτέ να χτυπά άσκοπα, την βούτηξε σε βαθιά μελαγχολία κι αυτό ήταν μονάχα η αρχή. Τα τελευταία χρόνια είχε αρχίσει να ξεχνά κιόλας, μόνο αυτόν θυμόταν και τα καλοκαίρια τους στην Αμοργό. Κάποτε της είχε πει πως στα βαθιά γεράματα , θα τα πουλούσαν όλα και θα αγόραζαν ένα σπίτι μπροστά στην θάλασσα. Με αυτόν τον καημό πέθανε από ανακοπή, το φθινόπωρο του ’14.

Ο χαμός της τον διέλυσε. Δεν ήθελε τίποτα πια, δεν περίμενε τίποτα, ένιωθε μόνος. Έκλεισε το μαγαζί, δεν μπορούσε εξάλλου να το συντηρήσει, ούτε και το αμάξι που είχε γίνει σαράβαλο. Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει από το διπλό ανατομικό κρεβάτι που μοιραζόταν με την Ελένη, άρχισε να μοιράζεται ένα παγκάκι απέναντι από ένα τουριστικό γραφείο. Τα γένια του έγιναν λευκά μούσια και τα γκριζωπά μαλλιά του ακούμπησαν τους λεπτοκαμωμένους ώμους του.

Ώρες τώρα τον κοιτώ να αγναντεύει τον ουρανό. Αν μπορούσα να μαντέψω θα ‘λεγα πως ο νους του ταξιδεύει στην Αμοργό παρέα με τον «καπετάνιο» του, όπως την αποκαλούσε, ίσως να σκέπτεται κάτι άλλο, ποιος ξέρει. Οι περαστικοί τον κοιτούν περίεργα, με καχυποψία, με ύφος υποτιμητικό τον προσπερνούν. Μερικοί πιο φιλάνθρωποι αφήνουν κανένα ψηλό στο κουτί που στέκεται δίπλα του, ενώ άλλοι τον αποκαλούν βρωμιάρη και τον χλευάζουν. Μπορεί να έκανα κι εγώ κάτι απ’ αυτά, αν δεν έμενα μερικά λεπτά να τον ρωτήσω πως κατέληξε σε αυτό το παγκάκι. Τα κομψά παπούτσια του στάθηκαν η αιτία να τον πλησιάσω. Λίγο πριν φύγω θέλησα να του αφήσω κάποια λιγοστά χρήματα. Μου απάντησε πως δεν πεινάει, ένα λουλούδι να αφήσει στη γυναίκα του ήθελε. Έτσι πήρα τα λεφτά και επέστρεψα μερικά λεπτά αργότερα με μια μεγάλη ανθοδέσμη. Βρήκα το παγκάκι άδειο. Ένα χαρούμενο ζευγάρι ζητωκραύγαζε απέναντι στο τουριστικό γραφείο, φαίνεται πως θα πήγαιναν πρώτη φορά διακοπές μαζί. Με όλα αυτά απόρησα, πως η χαρά απέχει, μοναχά ένα δρόμο απ’ την θλίψη.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

44 shares

See You In FB