Στη στράτα του ονείρου

της Μάρθας Πατλάκουτζα

Είμαστε οι ήρωες, οι πρωταγωνιστές της ζωής μας. Μοναδικοί, αξεπέραστοι, χαρούμενοι, θλιμμένοι, αλαζόνες, ηττημένοι.
Ο ήρωας, ή καλύτερα ο αντιήρωας της ιστορίας δεν είχε όνομα. Ήταν ένα πρόσωπο δίχως πρόσωπο. Είχε φορέσει τη μάσκα του γελοίου, ή έτσι ήθελε να πιστεύει. Βίωνε το δράμα της ύπαρξής του, κάπου στην Αγία Πετρούπολη.
Στο παρελθόν είχε γίνει το αντικείμενο της κοροϊδίας. Είχε γεννηθεί διαφορετικός. Αυτό τον έκαμε αυτόματα γελοίο, ή έτσι τουλάχιστον πίστευε. Διέθετε επίγνωση της ιδιορρυθμίας του και αυτό τον είχε οδηγήσει στον λαβύρινθο της μελαγχολίας. Ίσως και απελπισίας, γιατί σε τούτον τον κόσμο ένιωθε πως τίποτα δεν υπήρχε για εκείνον.
Οι άνθρωποι τον είχαν απορρίψει. Τι πιο λογικό να τους απορρίψει και ο ίδιος; Να τους γυρίσει την πλάτη και να βυθιστεί σε μια ψευδαίσθηση ανυπαρξίας.
Όταν έχεις την αυτογνωσία της ηλιθιότητας, μπορείς αλήθεια να έχεις τη δύναμη της συγχώρεσης;
Κι όμως μπόρεσε να τους συγχωρέσει, παρ’ ότι στο δικό του παρόν κυριαρχούσε η θλίψη, το τέλμα και η ελπίδα.
Η αυτοκτονία καρφώθηκε στο μυαλό του. Πίστεψε πως ήταν η μόνη του λύση να λυτρωθεί.
Ήταν τρεις του Νοέμβρη. Μια κρύα, βροχερή νύχτα. Σκοτεινή. Η πιο κατάλληλη για να αναμετρηθεί με το περίστροφό του, για να αναμετρηθεί με τη ζωή και τον θάνατο.
«Όμως»… αυτό το «όμως», έφερε την ανατροπή στα σχέδια του.
Τι ήταν αυτό;
Ήταν η συνάντηση του με ένα μικρό κορίτσι, που με απόγνωση ικέτευε στους δρόμους για βοήθεια. Τη δική του βοήθεια.
Την απέρριψε με σκληρότητα. Δε θα έπρεπε να τον νοιάζει η ξένη απελπισία. Είχε κάνει λάθος. Τον είχε αγγίξει περισσότερο από ότι περίμενε. Ένιωσε πως ήταν άνθρωπος και αυτό τον έπαυε από μηδενικό.
Η μικρούλα τον είχε σώσει. Η δική της απελπισία τριβέλισε το νου του.
Η ζωή του πήρε παράταση και το όνειρο πήρε τα ηνία της ύπαρξης του. Βίωσε τον θάνατο του και την απαρχή της ανθρωπότητας. Ήταν το δικό του ψέμα που διέφθειρε την ουτοπία, που προκάλεσε την ντροπή, την ιδιοτέλεια, τον ατομικισμό.
Εξαιτίας του οι άνθρωποι είχαν χάσει την παλιά τους ευτυχία. Κοιτώντας στο παρελθόν ευχήθηκαν να μπορούσαν να κατακτήσουν ξανά την παιδική τους αθωότητα; Το ήθελαν πολύ. Ήταν μια επιθυμία που λάτρεψαν με προσευχές και δάκρυα.
Με το ξημέρωμα το όνειρο διαλύθηκε. «Θέλω να ζήσω» κραύγασε. «Θέλω ο κόσμος να μάθει την αλήθεια…»
Ποια είναι τελικά η αλήθεια της ζωής;
Το νιάσιμο, η ανθρωπιά είναι μια ουτοπία;
Μπορεί να νικηθεί ο εγωισμός της εκμετάλλευσης; 

Αγία Πετρούπολη

Η ιστορία αυτή είναι αρκετά παλιά. Πρόκειται για τη νουβέλα του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι : «Το όνειρο ενός γελοίου».
Η συγκεκριμένη νουβέλα γράφτηκε το 1877. Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, τα μηνύματα που εισπράττει ο αναγνώστης είναι διαχρονικά. Και επίκαιρα, όσο ποτέ άλλοτε.
Όσο για τον ήρωα είχε βρει τον σκοπό της ζωής του: να κηρύξει την αλήθεια. Και αυτό έκανε ο Ντοστογιέφσκι με τη γραφή του και το τεράστιο συγγραφικό του έργο.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μάρθα Πατλάκουτζα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

104 shares

See You In FB