Σε κάποιο μπαλκόνι

της Αναστασίας Καλοβέρου

Οι πολυκατοικίες του κέντρου της πόλης μοιάζουν παρόμοιες κι από τα παράθυρα τους, όλοι όσοι μένουμε σε αυτές, έχουμε περίπου την ίδια θέα. Το παράθυρο της κουζίνας μου, βλέπει σ’ ένα μεγάλο, ακάλυπτο κενό που έμεινε άδεια η τσιμεντένια του έκταση, από τότε που χτίστηκαν οι γύρω πολυκατοικίες σε απόσταση, στεγάζοντας από κάτω έναν παλιό, γνωστό κινηματογράφο. Δίπλα, απέναντι και τριγύρω στέκουν τα πολυόροφα κτίρια σε διάφορα ωχρά χρώματα, με τα διαμερίσματά τους και τα φορτωμένα τους πολυάριθμα μπαλκόνια, που το κάθε ένα κουβαλάει τη δικιά του ιστορία. Έχουν μια σχετική ακαταστασία, με γλάστρες, μεταλλικές ντουλάπες και απεριποίητα παρατημένα μικροέπιπλα.

Κάποιο μεσημέρι, που έκανα δουλειές στην κουζίνα και ατένιζε το μάτι μου το μεγάλο κενό από ψηλά, είδα σ’ένα από τα απέναντι μπαλκόνια έναν παππού μεγάλης ηλικίας που άπλωνε προσεκτικά τα φρεσκοπλυμένα καθημερινά του ρούχα.
Μια συλλογή από σκούρα μακριά παντελόνια και μαύρα πουκάμισα. Ήταν ψηλός και περίπου 70 ετών, φορώντας άνετες φαρδιές σκουρόχρωμες πιτζάμες και με ελαφρά ανασηκωμένα τα μανίκια του, έχοντας λίγο ατημέλητα τα άσπρα του μαλλιά, τοποθετούσε με ιεροτελεστία τα μανταλάκια πάνω στη μπουγάδα. Σκυφτός και αφοσιωμένος στη δουλειά του, προσπαθούσε με αργές, ήρεμες κινήσεις να βάλει σε σειρά τα υφάσματα, για αρκετή ώρα, με οδηγό την υπομονή. 

Αναρωτήθηκα, λίγο μελαγχολικά, αν θα ήταν μόνος στη ζωή κι αν άκουσε σήμερα το πρωί μια «καλημέρα». Σκέφτηκα ότι, μάλλον θα ξέμεινε μόνος σε αυτή την προχωρημένη ηλικία, χωρίς στοργή και συντροφιά και τώρα θα χρειάζεται να φροντίζει ο ίδιος, πια, να συντηρεί τον εαυτό του. Όσο οι σκέψεις μου αυτές έκαναν εικόνα τη ζωή του ανθρώπου που ούτε καν γνώριζα, αυτός συνέχιζε να ασχολείται ξεδιαλέγοντας τα ρούχα του, απλώνοντας τα ένα ένα και μοιάζοντας ακόμα πιο μόνος και κουρασμένος στα μάτια μου.

Τις επόμενες μέρες, ένα απόγευμα που επέστρεφα σπίτι απ’ τη δουλειά, βιαστική και φορτωμένη σακούλες, στάθηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας μου, αραδιάζοντας τις σακούλες στα πόδια μου ψάχνοντας στο χάος της τσάντας μου τα κλειδιά, συνηθισμένη από τον τρόπο που τα ρίχνω πρόχειρα μέσα και δεν τα βρίσκω ποτέ… Σε αυτό το ένα λεπτό, είδα να περπατά στο απέναντι πεζοδρόμιο ο παππούς… Εκείνος ο παππούς που με είχε απασχολήσει, εκείνο το μεσημέρι!

Στήριζε δίπλα του, αγκαζέ, μια όμορφα γερασμένη κυρία και έσερναν αργά και σταθερά τα βήματά τους, γυρνώντας προφανώς από την απογευματινή τους βόλτα. Βρήκα τα κλειδιά μου και κλείνοντας πίσω μου την πόρτα, βρήκα και έναν λόγο να χαμογελάσω. Τώρα ήξερα. Ήξερα, πως δεν είναι μόνος του. Γνώριζα, πια, ότι θα έχουν συντροφιά ο ένας τον άλλον.

Εκεί, σε κάποιο μπαλκόνι από τα τόσα που βλέπουμε από το παράθυρό μας, όλοι όσοι μένουμε στις τσιμεντένιες πολυκατοικίες του κέντρου.

Ετικέτες: , , ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

29 shares

See You In FB