Σαν ποταμάκι που κυλά

της Λουκίας Πέτρου

«Θα μπεις; Το νερό είναι υπέροχο! Τόσο δροσερό και καθαρό, σχεδόν κρυστάλλινο!»
«Όχι, προτιμώ να σε βλέπω από την όχθη του ποταμού. Δε μου αρέσουν τα κρύα νερά, με κάνουν και ριγώ.»
«Τότε γιατί ήρθες ως εδώ; Θα κάθεσαι και θα με βλέπεις; Έλα, σου λέω! Θα τα συνηθίσεις και μετά θα σου αρέσει. Και πιο κάτω ζεσταίνουν λίγο και όσο προχωράμε ακόμα πιο πολύ. Και στο τέλος του ποταμού δε θα θέλεις να φύγεις! Έλα, σου λέω! Μη χάσεις την εμπειρία!»
«Κι εδώ καλά είναι! Εσύ κολυμπάς και εγώ σ’ ακολουθώ. Περπατώ στην άκρη και ζω την εμπειρία από δω. Δε μου αρέσει να βρέχομαι. Ίσα λίγο τα πόδια μου αντέχω. Δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι να μας αρέσουν τα ίδια πράγματα! Κι άλλωστε κοίτα, πιο κάτω το ποτάμι βαθαίνει κι έχει βράχια. Πως θα κολυμπήσεις; Ενώ εγώ, που περπατώ έξω από το ποτάμι, δεν κινδυνεύω να πνιγώ ή να χτυπήσω στα βράχια!»
«Μπορεί όμως να σκοντάψεις και να πέσεις. Και να χτυπήσεις, να ματώσεις… Να πονέσεις!»
«Θα σηκωθώ και πάλι…»
«Κι εγώ θα κολυμπήσω μακριά από τα βράχια!»
«Πρόσεχε! Εδώ το ποτάμι γίνεται σκοτεινό, άγριο, έχει δίνες. Έλα για λίγο έξω και μπαίνεις πάλι!»
«Όχι σου λέω, δε φοβάμαι! Θα προσπαθήσω πιο πολύ και θα τα καταφέρω. Δε βγαίνω από το δρόμο μου. Θα διασχίσω το ποτάμι. Θα φτάσω στο τέλος του, όπως εγώ θέλω!»
«Και πιο κάτω, που έχει καταρράκτη, τι θα κάνεις; Βγες έξω σου λέω, θα πνιγείς!»
«Θα πιαστώ από αυτόν τον κορμό και θα γλυτώσω. Εσύ να προσέχεις. Κοίτα μπροστά σου, υπάρχουν βράχια, που σου κλείνουν το δρόμο. Έλα μέσα, στο νερό! Δυο θα είμαστε πιο δυνατοί.»
«Θα σκαρφαλώσω και θα βρεθώ στην άλλη άκρη. Δεν μπαίνω στο νερό, σου ξαναλέω. Το φοβάμαι. Φοβάμαι να μην πατάω τα πόδια μου στη γη. Τρέμω το άγνωστο, που κρύβει στα νερά του. Εσύ γιατί δε βγαίνεις από το ποτάμι; Θα σκαρφαλώσουμε μαζί και θα συνεχίσουμε το δρόμο μας περπατώντας. Έξω ο δρόμος είναι πιο ασφαλής. Έλα, σου λέω! Βιάσου, μην αργείς. Πλησιάζεις στον καταρράκτη! Άκου τον ήχο που κάνουν τα νερά του, καθώς πέφτουν στο κενό!» 


«Ο δρόμος που περπατάς, είναι εξίσου τρομακτικός με το ποτάμι μου. Έχει πέτρες, κακοτράχηλους δρόμους, λάσπες και φίδια παντού. Έχει γκρεμούς και άγρια ζώα που παραμονεύουν. Φοβάμαι το δρόμο σου, πιο πολύ από τα νερά του ποταμιού. Το δρόμο σου δεν το ξέρω. Το ποτάμι μου όμως, το συνήθισα πια. Ξέρω τι μου κρύβει, τι μου προσφέρει και πως μπορώ να το παλέψω. Αν βγω στην όχθη του θα πεθάνω.»
«Κι εγώ το ίδιο αν βουτήξω στα νερά του.»
«Τι παράξενο… Στον ίδιο προορισμό βαδίζουμε και οι δύο. Στο ίδιο τέλος θέλουμε να φτάσουμε. Εσύ από την όχθη του κι εγώ διασχίζοντας το. Το ίδιο ποτάμι θέλουμε να γνωρίσουμε. Να μάθουμε και οι δυό.»
«Δρόμοι παράλληλοι, μα διαφορετικοί. Δρόμοι άγνωστοι και επικίνδυνοι, μα συναρπαστικοί».
«Άλλοτε σε ξαποσταίνουν κι άλλοτε τρέχεις να ξεφύγεις.»
«Ποιος από τους δύο θα φτάσει πρώτος; Τρέχω να σε περάσω. Θα σε δω στο τέλος!»

«Στάσου, δεν το ξέρεις; Σ’ αυτό το ταξίδι, αξία έχει ποιος θα φτάσει πιο αργά κι όχι πιο γρήγορα. Μη βιάζεσαι να βρεις το τέλος του, γιατί αυτό θα είναι και το τέλος του δικού σου ταξιδιού.
Σ’ αυτό το ταξίδι που κινήσαμε να πάμε, άσε το ποτάμι να δείχνει το δρόμο.
Μην τρέχεις μπροστά του. Μην προσπαθείς να το ξεπεράσεις.
Ακολούθησέ το, αργά.
Όπως αργά, κυλάει κι αυτό. 
Μ’ ακούς; Αργά κι εσύ. 
Και δε θα χάσεις.» 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

35 shares

See You In FB