Σα μπόρα

του Παναγιώτη Μπουντζιούκα

Κανείς δεν ήθελε το τέλος. Κανείς δεν το ‘δε να ‘ρχεται. Απρόσμενα και ύποπτα σαν καλοκαιρινή μπόρα. Το ξέσπασμα, η κραυγή, ο κεραυνός, η αστραπή.

Άνοιξαν οι ουρανοί. Βροχή τ’ ανείπωτα, σχημάτιζαν, ως τότε, σωρρευτικά, τα σύννεφα στη σχέση. Ώσπου με μιας φύσης μανία, χύθηκαν όλα στο άνυδρο το χώμα. Σηκώθηκε η σκόνη και η μυρωδιά της έφτασε γνώριμη σε μας.

Ποτάμι το νερό, παρέσερνε τη μνήμη κι έπνιγε το μέλλον. Κατέληγε στης λήθης, την άπατη, τη λίμνη. Κοινοί γνωστοί θα χάζευαν εκεί τις προσδοκίες μας, μέσα στο διάφανο νερό. Λαθραίοι θεατές θα προσποιούνταν πως φτάσανε στη μέθεξη. Ενώ εμείς-εγώ κι εσύ ξεχωριστά πια, χωρίς εμείς-ακόμη θα χωνεύαμε της πράξης το παράλογο.

Η μπόρα ώρα δεν κράτα. Μα γύρω μας όλα αλλάξαν. Ρυτίδιασε το έδαφος και στένεψε το μέρος. Ο εγωισμός χώρο δεν άφηνε για τη συγγνώμη. Και στριμωγμένη κάπου εκεί, η αγάπη περίμενε μοιρολατρικά το τέλος της. Σαν άλλο ένα φερτό υλικό θα χανόταν κι αυτή.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

42 shares

See You In FB