Πρόποση

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Ύστερα από μια μέρα γεμάτη αγνώστους, δουλειές και βροχή, βρίσκομαι σπίτι. Εδώ, στο κρησφύγετό μου. Στάθηκα στο παράθυρο και παρέλυσα. Η μοναξιά είχε τρυπώσει στο σπίτι, είχε κάτσει στον καναπέ και με περίμενε. Είχα καιρό να νιώσω τόσο μόνος. Ένιωθα ωραία.
Κάθισα στο παράθυρο. Κοιτάζω τα ακούνητα δέντρα και τα αμετάβλητα φύλλα τους. Η λάμπα ανάμεσά τους –ένα ψυχρό κούτσουρο τεχνολογίας- μου κάνει ψεύτικη συντροφιά. Το φως της μόνο αληθινό. Φωτίζει σαν κερί μια διαδρομή που οδηγεί σε παλιότερες μέρες.
Στις αγάπες που πέρασαν, έσβησαν μάλλον, κάπως ξαφνικά και απροσδόκητα. Σε εκείνες επίσης, που λίγο περισσότερο με πλήγωσαν. Άλλωστε δεν είμαι άτρωτος. Άνθρωπος είμαι. Μια ύπαρξη με όνειρα, με ουλές και εφιάλτες. Σίγουρα τώρα δεν σε νοιάζει αν είμαι άντρας ή γυναίκα.
Κυριαρχούν τα αισθήματα απόψε. Με κυνήγησαν πολύ στην ζωή. Και τώρα κάθονται ήρεμα και βουβά με καρφώνουν με την παρουσία τους. Μόνο η σκέψη τους υπάρχει, μόνο οι αναμνήσεις δεσπόζουν. Αντίο λοιπόν αγάπες… Τώρα ζω τον έρωτα.

Έφτασε η σειρά σου παλιόφιλε. Εσύ που βαθιά με πλήγωσες, άκου τώρα κάτι βαθύτερο, από μέσα μου. Μόνο τα καλά μας κράτησα. Τις μέρες, τις νύχτες, τις στιγμές τις φωτεινές. Όσο ήμουν περήφανος για αυτή τη φιλία. Όσο σε είχα, δικαίως, ψηλά. Μόνο την καλοσύνη αναβιώνω. Τις άδολες εκείνες, ευγενικές στιγμές μας. Αυτό με νοιάζει. Αυτά μπορώ να κάνω για τιμωρία και εκδίκηση απέναντί σου. Τόση κακία κουβαλάει η ψυχή μου.
Εσένα μοναξιά μου, δεν σου μιλάω απόψε. Απόψε μιλάω με τον εαυτό μου. Και με εκείνους που έτυχε και γνώρισα και πέρασαν απ’ τη ζωή μου. Περισσότερο με όσους έφυγαν. Με όσους με λήστεψαν. Γιατί ληστεία δεν λέγεται όταν κλέβουν ενώπιον σου; Εαυτέ μου παραδέξου: Μπροστά τους ήσουν· και δεν έβλεπες τα όσα σου αφαιρούν. Τους ξεπροβοδίζω με μια πρόποση.
Ευχαριστώ. Που κάπως ήρθαν τα πράγματα και ξεχώρισα εμένα από τους πολλούς. Που με αγάπησα μετά από χρόνια ανασφάλειας. Ευχαριστώ που παρά τα λάθη μου τα ανόητα, έχω τρόπο να τα καταλαβαίνω. Που με μάλωσα προχτές, που με διόρθωσα τις προάλλες μπροστά σε άλλους. Θέλει κότσια να αυτό-διορθώνεσαι και οι πολλοί να σε ακούνε.
Αφιερώνω τις επόμενες γουλιές στους λάθους «τριγύρω». Όσους τελικά μου έδειξαν πόσο ανάξιοι είναι για σύντροφοι, για φίλοι, για συνοδοιπόροι. Για «αδέλφια» που λέμε· λίγα είναι τα αδέλφια. Έχω ήδη φύγει λοιπόν και σας εύχομαι τα καλύτερα. Κι αν νομίζετε ότι την μύτη μου την έχω ψηλά, σκεπτόμενη όσα πέρασαν, όχι· Το πρόσωπό μου ολόκληρο, το έχω πάντα απέναντι απ’ τους ανθρώπους, ώστε τα μάτια μου να αντικρίζουν τα δικά τους.

Πίνω στην υγειά μου.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

49 shares

See You In FB