«Πονάει εκείνος που φεύγει πιο πολύ…»

της Βαλίνας Τραϊκάπη

Απόλυτη ησυχία στο δωμάτιο…
Με λύγισαν τα λόγια του και όλα όσα αισθάνθηκα σε λίγες μόνο λέξεις, καθώς η καρδιά χτυπούσε στο ρυθμό της αγάπης.
Το δροσερό αεράκι σήμερα κάνει το παραθύρι να χορεύει στο ρυθμό του μυαλού και η σκιά σου έτσι απλά ανενόχλητα μπαίνει και πάλι στο χώρο.
Σχεδόν βουβά.
Εντελώς αβίαστα.
Μπαίνω και πάλι στο παιχνίδι του μυαλού μου, στη σκέψη που κάθε μέρα είναι η παρηγοριά της μοναξιάς μου.

Θυμάμαι τα πράγματα πακεταρισμένα σε ένα άδειο σπίτι και ενώ ήμουν γεμάτη χαρά για το αύριο, το σήμερα με γέμιζε λύπη. Είναι δύσκολο να πακετάρεις τη ζωή σου σε κούτες χωρίς να ξέρεις καν αν το αύριο θα σε αντέξει ή αν θα το αντέξεις εσύ. Από μικρά παιδιά μάθαμε να τολμάμε και να κάνουμε μεγάλα βήματα στη ζωή μας, αλλά ποιος ρισκάρει την καθημερινότητα του για ένα αβέβαιο αύριο.
Ένα δάκρυ κύλησε.
Γέμισα τις κούτες με όλες τις αναμνήσεις όσο πιο βιαστικά γινόταν και δεν πέταξα τίποτα που να με συνέδεε με οικογένεια και φίλους. Με τους δικούς μου ανθρώπους. Όλους αυτούς που έχω κάτι να θυμάμαι μαζί τους, πολύ ή λίγο δεν έχει σημασία. Τα πήρα μαζί όλα για να μη μου λείψει τίποτα. Μην τύχει και ξεχάσω. Γιατί η θάλασσα χωρίζει ανθρώπους ή τους ενώνει πιο πολύ.

Απόσταση…
Αναπόσπαστο κεφάλαιο στη ζωή μου. Θυμάμαι πάντα να γράφω χιλιόμετρα. Αεροπλάνα, βαπόρια, τρένα ή ακόμα και τα πόδια αλλά πάντα είχα μια βάση, το σπίτι μου. Στα εύκολα και στα δύσκολα εκεί γυρνούσα πάντοτε.
Μαμά , είσαι μακριά.
Γεμίζει το στόμα από αυτή τη φράση και η ψυχή αδειάζει όσο δε μπορώ να σε αγκαλιάσω.
Μου λείπουν τα απογεύματα που έπαιρνα το τρένο να σε δω και ας ξέρω ότι τελευταία δεν το έκανα και έπεσα θύμα της κούρασης, συνώνυμο της ανεξάντλητης ξεκούρασης που τρέφεις εσύ πάντα για τα παιδιά σου. 
Άραγε σκέφτεσαι εσύ όπως και εγώ τα απογεύματα να φτιάχνουμε καφέ και να μιλάμε για ώρες ατελείωτες;

Ξάφνου η νοσταλγία χαράζει δάκρυα στα μάγουλα μου.
Πέρασα απ έξω και σε γύρευα να πίνεις καφέ. Δεν εμφανίστηκες ποτέ και ας σε έψαχνα για ώρες σε κάθε περαστικό στην είσοδο του ξενοδοχείου. Είδα τρεις κυρίες να κάθονται και γέλασα καθώς η μνήμη μου τόλμησε να με μπερδέψει. Νόμιζα άκουσα το όνομα μου και έναν νεαρό να ξεπροβάλει.
«Μιχάλη» φώναξα και δε γύρισε κανείς.
Μόνο μια κυρία στο δρόμο έγνεψε κοροϊδευτικά το κεφάλι της.

Περνάω κάθε μέρα από τον ίδιο δρόμο για να γεμίσει το μυαλό μου οικογενειακή θαλπωρή.
Κοιτάζω ψηλά και το βλέμμα μου σχεδόν χάνεται στον ουρανό καθώς περιμένω, ενώ η μεθυστική ζάλη της ζέστης κάνει εξαντλητική την αναμονή μου.
Γέμισα λύπη…
Άδειασα χαρά… 
Μου λείπουν οι μέρες εκεί όχι γιατί μου έλειψε η ρουτίνα αλλά γιατί τη γεμίζατε εσείς. Όλοι αυτοί που χορεύουν στο ρυθμό της ζωής μου από μακριά. 
Σπαράζει στο κλάμα η καρδιά κάθε βράδυ, καθώς γυρίζω τις σελίδες από το ημερολόγιο βιαστικά. Μήπως και οι μέρες γίνουν ώρες, ίσως και λεπτά.

Πονάει εκείνος που φεύγει πιο πολύ…

Γιατί τα αφήνει όλα πίσω, εκείνα που μισεί αλλά και εκείνα που αγαπά.
Γιατί τα χτίζει όλα από την αρχή, εκείνα που θέλει αλλά και εκείνα που τα έχει ήδη.
Γιατί μαθαίνει να πονά, με εκείνα που έχει και εκείνα που θα αποκτήσει.
Γιατί είναι δύσκολο το μηδέν.
Όσο δυνατός και αν είσαι, κάτι θα σε λυγίσει και συνήθως είναι ο ίδιος ο εαυτός σου.
Βράδια οικογενειακά γεμάτα γέλια και χαρές. Μου λείπουν πολύ…

Μισό λεπτό…
Δώσαμε ραντεβού το φθινόπωρο.
Σε ένα ατελείωτο γλέντι καρδιάς.
Με μόνο σύμμαχο το χαμόγελο.

 

Υ.Γ «Να βαδίζεις πάντα εκεί που αγαπάς και σ’ αγαπάνε, αυτό είναι ευτυχία…»

Ετικέτες: ,

Related Posts

Βαλίνα Τραϊκάπη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

164 shares

See You In FB