Πες μου, σε πλήρωσα καλά;

της Τζίας Διαμαντοπούλου 

Δύο χαστούκια σου έδωσα: εκείνο που σε γνώρισα και το άλλο που σε χώρισα. Νιώθω ευγνώμων που έζησα τον έρωτα, αυτόν που όλοι ψάχνουν -κι όμως κάποιοι δεν συνάντησαν-.

Σκιάθος και ξερό ψωμί φώναζα, για όλα τα Καλοκαίρια που ξόδεψα συντροφιά με τους φίλους μου, στην αγκαλιά των γονιών μου. Στο νησί που με μεγάλωσε σε γνώρισα, τη στιγμή που άδειασες τη βότκα σου πάνω μου. Αδιάλλακτη, ξεσήκωσες το κλαμπ νομίζοντας πως θώπευσα τη φίλη σου, ενώ μόλις την είχα σώσει από σίγουρη πτώση. Λιώμα όλες σας και πριν το καταλάβω σε χαστούκισα. Την επομένη που σε συνάντησα, τυχαία, έκανες κάτι που βέβαια δεν περίμενα. Με πλησίασες και εξέφρασες μονολεκτικά «συγγνώμη». Για δύο συνεχόμενα βράδια λοιπόν με ξάφνιαζες. Ποιος ξεστομίζει αυτή τη λέξη στις μέρες μας;! Ήσουν η πιο όμορφη που είχα αντικρίσει στο νησί. Γνωρίζοντας όλα τα σοκάκια, τις ανηφόρες και τους δρόμους, εσύ ήσουν το απαράμιλλης ομορφιάς άγνωστο.

Καλοκαίρι και Έρωτας είναι ωραίο ζευγάρι και εμείς το κλέψαμε από τις ιστορίες τρίτων και το κάναμε πραγματικότητα. Για δυο τέτοια καλοκαίρια ακόμα, συνεχίζαμε να το αποδεικνύουμε. Το Χειμώνα δουλεύαμε στην Αθήνα και όταν ο ήλιος άρχιζε να μας μαυρίζει ξεκινούσαμε για τη Σκιάθο, να δούμε τους φίλους μας, να ζήσουμε τον έρωτα, απαρέγκλιτα, ελεύθερα.

Κάποτε τα ωραία τελειώνουν λένε και τα ωραιότερα δεν έχουν έρθει. Με επιβεβαίωσες πανηγυρικά. Ήσουν το πιο ζωντανό κομμάτι της νιότης μου, της ζωής μου ολάκερης σε αυτό το νησί. Ο καρπός που έδινε άνθη και ευωδιαστές μυρωδιές, όλο το χρόνο, στα φρούτα της ζωής που δοκίμαζα. Έγινα λαίμαργος, έκανα το λάθος να δαγκώσω όλο τον καρπό, όπως η Εύα το μήλο, φτάνοντας στο κουκούτσι το μικρό και πίκρανα το στόμα μου. Η πικρία προχώρησε στο στομάχι και έπειτα στην καρδιά μου, το άλγος. Είμαι ξεκάθαρος, έφταιξα κι εγώ, τα ήθελα όλα και γρήγορα.

Ήθελα εμάς, για όλα τα Καλοκαίρια του κόσμου. Για μια φορά ακόμη, πριν φύγεις, με ξάφνιασες. Τρόμαξες, άλλαξες, μας εγκατέλειπες και δεν μπορούσα να μην το νιώσω. Μια μέρα αισθάνθηκα έτοιμος να ακούσω την αλήθεια. Περπατώντας όλες τις παραλίες, γύρισα σπίτι και σου ζήτησα μόνο την αλήθεια. Ήσουν έτοιμη από καιρό, μου είπες, μα με περίμενες. Μου έδωσες ένα γράμμα, μια λευκή σελίδα, που έγραφε στο κέντρο:

«Δεν μπορώ. Συγγνώμη»

Σε χαστούκισα με το χάδι μου, είχε μέσα πόνο, όπως και το βλέμμα μου. Ανίκανος να κρύψω οποιοδήποτε συναίσθημα. Αυτό μπόρεσα. Παρέμεινα σιωπηλός για πολλές στιγμές και περίμενα να αδειάσεις τον χώρο. Φεύγοντας με παρακάλεσες να σου γράψω. Αυτά είχες να μου πεις; Πάντα ήσουν φειδωλή στο λόγο σου, αλλά στα συναισθήματα; Γιατί έτσι; Γιατί μαζί μου;

Δεν θα σου έγραφα, μα δεν υπήρχε περίπτωση να τα πω αλλού, το έκανα για χάρη μου. Ύστερα από μήνες το αποφάσισα και είμαι σίγουρος πως τώρα πια το γράμμα βρίσκεται στην Αθήνα. Το κρατάς στα χέρια σου και δεν μπορώ να φανταστώ το πρόσωπο και τις εκφράσεις σου. Μα εγώ την ψυχή μου στην δίνω μέσα από τις γραμμές και ας μη καταλαβαίνεις λέξη ανόητη.

«Αφού έδωσες τα πάντα σε εμάς όπως σίγουρα θα πιστεύεις, αφού επισφράγισες την ετυμηγορία σου, πραγματοποιώ την τελευταία σου επιθυμία για να κλείσει ο φάκελος. Ανασκόπηση των ανθρωπίνων σχέσεων δεν έκανα ποτέ, ούτε θα κάνω. Δεν θα σου απαντήσω στο τι σκεφτόμουν τη μέρα που έφευγες με ρητορείες, αλλά με μία ερώτηση:
Σε πλήρωσα καλά;
Πριν θυμώσεις, μπες ανθρώπινα στην θέση τη δική μου, του ερωτευμένου που έχει χάσει και δεν δίνει δεκάρα στις τριγύρω απώλειες.
Σε φρόντισα όσο γινόταν; Σε σκέπαζα τα βράδια, ακόμη κι εκείνα που ζεσταινόσουν, ήμουν επίμονος;
Σε έκανα να γελάσεις με την ψυχή σου; Ήμουν αρκετά άσπλαχνος, ώστε να μη λυπηθώ τους λυγμούς σου από το γέλιο;
Σου έκανα συντροφιά τις μέρες που είχες τα κάτω σου, εκείνες τις συννεφιασμένες, που μισείς; Ήμουν αρκετά ενοχλητικός;
Σου έκανα έρωτα μέχρι το πρωί, αλήθεια το κρεβάτι στην Αθήνα το άλλαξες; Ήμουν τόσο πεισματάρης όσο λένε οι δικοί μου;
Πιστεύεις σε αγάπησα; Σου έδωσα το εγώ μου; Υποχώρησα κάποιες φορές; Σε άφησα να με διαβάσεις; Σε αγκάλιαζα χωρίς λόγο; Ήμουν εγώ αυτός, ή στα αλήθεια γύρευες για κάτι άλλο;
Αυτό πάει να πει… Σε πλήρωσα καλά; Τίποτα δεν ήταν τζάμπα, αλλά από καρδιάς. Δεν περιμένω απάντηση, σίγουρα θα ξέρεις. Δεν θα βιαζόμουν εγώ τόσο, αν δεν βιαζόσουν να φύγεις.

Ολότελα δικός σου κι ας έδινα όλα τα «από καρδιάς» του κόσμου…»

Δυο βδομάδες ύστερα, δεν περίμενα να λάβω άλλο γράμμα σου. Ξαφνιάζεις συνεχώς την καρδιά μου και την κάνεις να τρέμει. Γράφει: «Την καρδιά την καταθέτεις μόνο στο χαρτί, σε καμία οθόνη. Ήθελα τόσο ένα γράμμα σου. Έλεγες τα ωραία κάποτε τελειώνουν μα τα καλύτερα δεν έχουν έρθει, επιβεβαίωσέ με.» Είχε μέσα δυο εισιτήρια για Αθήνα. Μα γιατί δύο; Μόλις άκουσα το κουδούνι. Αδέκαστος έρωτας…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

95 shares

See You In FB