Περιπλάνηση

της Μαίρης Τσιόικα

Σε ένα στενό σοκάκι φωλιάζουν οι σκέψεις. Σ’ ένα πέτρινο σοκάκι, ανάμεσα σε διώροφες και τριώροφες χρωματιστές κατοικίες, με μεγάλα ξύλινα παράθυρα και λευκά σκαλοπάτια, περιτριγυρισμένα από μαύρα σμιλευμένα σίδερα. Τα πρωινά οι ακτίνες του ηλίου ακουμπούν με ευλάβεια το πέτρινο σοκάκι, σχηματίζοντας σκιές, σε ξεχασμένες γωνιές και πίσω από τις πλάτες τυχαίων περαστικών και ήσυχων περιπατητών. Τα απογεύματα ένα μικρό καφέ απλώνει τις κόκκινες δερμάτινες καρεκλίτσες του μπροστά στον δρόμο. Ο καλοψημένος καφές μοσχοβολά και ευωδιάζει όλη την γειτονιά, προσελκύοντας νέο κόσμο, που διψά για καφεΐνη. Τα παράθυρα των σπιτιών ανοίγουν το ένα μετά το άλλο, επιτρέποντας στο δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι να δροσίσει τις εγκλωβισμένες πέτρες που κοσμούν τους τοίχους. Λίγο πιο κάτω ένας νεαρός σαξοφωνίστας δένει την γραφική εικόνα, με τον ανατρεπτικό ήχο του σαξοφώνου.

Όλα μοιάζουν τόσο παλιά, σαν ο χρόνος να έμεινε πίσω στην δεκαετία του πενήντα σε αυτό το σοκάκι ή ίσως να επέλεξε να μην κυλήσει ποτέ μπροστά. Για μερικά λεπτά κλείνεις τα μάτια. Τα ανοίγεις εκ νέου και πράγματι είσαι εκεί. Φοράς το φλοράλ μακρύ φόρεμά σου, τα λευκά γοβάκιά σου και τα κόκκινα γατίσια γυαλιά. Είσαι έτοιμη να διασχίσεις το πέτρινο σοκάκι. Διστακτικά κάνεις τα πρώτα βήματα. Το βάρος της τσάντας ενοχλεί τον λεπτοκαμωμένο σου ώμο. Τι διάολο έχει μέσα και είναι τόσο βαριά σκέφτεσαι. Με μια κίνηση την ανοίγεις . Τα όνειρα σου ανακατεμένα με μερικά καλλυντικά και ένα περιοδικό, η πιθανή αιτία. Πράγματι είσαι εκεί, η ημερομηνία του περιοδικού επιβεβαιώνει τις υποψίες σου 12 Μαΐου 1948. Δίχως σκέψη πλησιάζεις το όμορφο καφέ. Ο καφές σου δεν αργεί να φτάσει, με ικανοποίηση πίνεις τις πρώτες γουλιές. Μακάρι να είναι αλήθεια και όχι ακόμη μια ψευδαίσθηση, σκέφτεσαι. Για ακόμη μία φορά κλείνεις τα μάτια, η μουσική του σαξοφωνίστα χαϊδεύει μελωδικά τα αυτιά σου. Μένεις για πάντα εκεί, στον κόσμο που μόνη έφτιαξες, στο δικό σου καταφύγιο, την δική σου μικρή όαση του νου.

Οι εφιάλτες έπαψαν πια να ταλαιπωρούν το μυαλό μου, τις σκοτεινές νύχτες. Λίγο πριν κλείσω τα μάτια, βάζω τα λευκά μου γοβάκια και περιπλανιέμαι στον δικό μου μικρόκοσμο, στο δικό μου μικρό σοκάκι. Μοναδικά εφόδια, ένας καλοψημένος γαλλικός καφές, ένα περιοδικό γεμάτο φλοράλ φορέματα και κοκάλινα γυαλιά και φυσικά λίγη μουσική. Εξάλλου τι άλλο συστατικό απαιτεί η μαγική συνταγή της ευτυχίας; Ίσως και ένα διάπλατο χαμόγελο τώρα που το καλοσκέφτομαι, ίσως πάλι και όχι. Κάθε βράδυ η ίδια περιπλάνηση, κάθε πρωί μια νέα ιστορία.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB