Παλιοί γνώριμοι

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Στην Αριστοτέλους, στη μέση της πλατείας, ανάμεσα στα ατέλειωτα μαγαζιά της ήμουν χαμένος. Σχόλασα από την αδιάφορη δουλειά μου και σεργιάνιζα. Δεν υπάρχει κάτι πιο βαρετό απ’ το γραφείο· αναρίθμητα συρτάρια, μια καρέκλα που γυρνάει μηχανικά και ένα τάπερ για φαγητό «στο πόδι»: Ανθυγιεινό. Με την πλάτη στον ήλιο για πανωφόρι και το πρόσωπο στα κάστρα, στάθηκα για λίγο να συγκεντρώσω τα έγγραφα στο φάκελο. Η φιγούρα σου έκανε βόλτες στα μαγαζιά και φαινόταν αφηρημένη. Ήμουν σίγουρος πως ξεγελάστηκα, εσύ παντρεύτηκες στην Αγγλία.

Δεν πείσθηκα· εξακολούθησα να κοιτάζω, μπερδεμένος και με αγωνία αν θα ξεπροβάλλεις τελικά πίσω από τις τσάντες σε προσφορά· Ήσουν εσύ. Φορώντας ψηλοτάκουνα, ένα εφαρμοστό σκουρόχρωμο παντελόνι και καρό σακάκι, κατευθυνόσουν στη Λεωφόρο Νίκης. Αλήθεια, δεν σε είχα δει ποτέ απεριποίητη. Στο σχολείο κοκέτα, κάθε μέρα, χωρίς καμία εξαίρεση. Ακόμη και τότε που σε είχε αφήσει ο Μάνος για μια φτηνή, στολιζόσουν -κάνα δυο φορές υπερβολικά- σαν να μην έγινε τίποτα. Μου άρεσε. Από τότε σε παρατηρούσα. Και είχα τη συμπάθειά σου, χωρίς ποτέ κάτι παραπάνω. Μα δεν στο φορτώνω. Ποτέ δεν σου φανέρωσα κάτι ερωτικό.

Κάναμε παρέα, συζητούσαμε πολύ – για Γυμνασιόπαιδα -. Και στο Λύκειο τα λέγαμε, μα είχες τον Αποστόλη και τότε πιο σπάνια ασχολιόσουν μαζί μου. Λίγο πριν τελειώσουμε το σχολείο, με τράβηξες από το μανίκι απότομα και μου ζήτησες να μη χωριστούμε ποτέ. Υποσχεθήκαμε, με δυο κουβέντες σύντομες να μην χάσουμε επαφή. Τι ανυποψίαστοι που ήμασταν. Έπειτα σε είδα στο γάμο σου. Δεν περίμενα προσκλητήριο. Δεν περίμενα καν να με θυμάσαι. Εγώ ήρθα και εσύ ήσουν πανευτυχής, έδειχνες τόσο ολοκληρωμένη δίπλα στον σύζυγο.

Έφυγες στην Αγγλία «για τον Άκη που του έτυχε μοναδική ευκαιρία» όπως συμπλήρωσες στην… ανακοίνωσή σου. Δεν το περίμενα για ‘σένα· λάτρευες τον ήλιο και δεν έβγαινες από τα παπλώματα αν η θερμοκρασία δωματίου δεν πλησίαζε τουλάχιστον τους 22 βαθμούς. Μα θα έλεγα ψέματα, αν έλεγα ότι λυπήθηκα. Ένιωσα την απουσία σου τις πρώτες φορές περισσότερο, έπειτα όχι τόσο. Συνήθισα και κατάλαβα την ασημαντότητα των παιδικών υποσχέσεων. Εδώ τώρα, 30 χρονών και δίνω ψεύτικες υποσχέσεις στον εαυτό μου για να τον κανακέψω· όνειρα λέγονται.

Συνήλθα απότομα, όταν κατάλαβα ότι οι αναμνήσεις με παρέσυραν και εσύ είχες φύγει και, πάλι, εκείνο το κενό. Όμως τα χέρια σου με ακούμπησαν στο πρόσωπο, λύνοντας τον κόμπο που είχε σφιχτεί, πίσω από τη γλώσσα. Με πλησίασες ακόμη μια φορά αναπάντεχα. Ενώ εγώ για ‘σένα δεν είχα κάνει ποτέ, τίποτα. Σε ήξερα καλύτερα από ότι εσύ εμένα, αλλά δεν σε γύρεψα ούτε μία φορά. Από φόβο, σε αντίθεση με εσένα. Ο αέρας σου ήταν ο ίδιος, απαράλλαχτα όμορφη και εκδηλωτική.

-«Πού ταξιδεύεις πάλι ονειροπόλε; Σε γραφείο μου είπαν ότι δουλεύεις!» μου είπες, αλλά εγώ ακόμη ταξίδευα και ταυτόχρονα σε κοιτούσα αχόρταγα· να απαθανατίσω την εικόνα αυτή σε περίπτωση που ξαναφύγεις. Χαμογέλασα φυσικά, καταφέρνοντας υποθέτω να καλύψω την ταραχή μου, την υπέρμετρη ευτυχία μου, την αγωνία μου μήπως καταλάβεις.

Αστειάκια, ατάκες από παλιά και πρόχειρες κουβέντες ήταν ότι χρειαζόμασταν για επανασύνδεση μετά από χρόνια. Ήμουν έτοιμος να σου χαρίσω τα πάντα, αρκεί να έμενες κοντά μου. Μου χρωστούσες εκείνη τη βόλτα στην Παραλία. Και οφείλω πολλά λόγια να σου πω, που δεν ξεστόμισα ποτέ. Ίσως λόγω ανωριμότητας. Ή ίσως επειδή περίμενα στωικά μια τέτοια στιγμή. Πεντάμορφή μου ήσουν υπέροχη. Ήσουν ευτυχισμένη. Είχες γυρίσει πια. Η στιγμή, τελικά, ήταν… «τώρα».

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

56 shares

See You In FB