Παγωνιά

της Βίκυς Μπάλλου

Άνοιξα το παράθυρο και ο βραδινός αέρας τρύπωσε γοργά στο δωμάτιο. Με χτύπησε η παγωνιά στο πρόσωπο, αλλά δεν μ’ ένοιαξε. Άλλωστε, αυτή αποζητούσα.
Ήθελα να κρυσταλλώσει η καρδιά, να πάψει να πονάει. Να παγώσουν τα δάκρυα, να μην ξανακυλήσουν. Να γίνει χιόνι το κορμί, να λιώσει, να μην σε ποθήσει ποτέ ξανά.
Έμεινα για αρκετή ώρα εκεί· μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Η παγωνιά μου έκανε συντροφιά και χαζεύαμε την νυχτερινή πόλη με τα φώτα που τρεμοπαίζουν. Κάτι τέτοιες ώρες όλα μοιάζουν πιο νοσταλγικά και μελαγχολικά. Θυμίζουν τα μάτια σου.
Επικρατεί ησυχία.
Και ξάφνου μερικές σταγόνες σπάζουν τη γλυκιά σιωπή της νύχτας.
Άκου… Ψιχαλίζει.
Δακρύζει ο ουρανός που δεν είσαι πλάι μου.
Βάφονται μολυβί τα σύννεφα. Σκουραίνουν και αυτά θυμίζοντας το λατρευτό σου βλέμμα.
Ερημώνουν οι δρόμοι και αρχίζουν να μοιάζουν στην ψυχή. Που νιώθει τόσο μόνη και κενή χωρίς εσένα.
Δάκρυα κυλούν ξανά. Δεν μπόρεσε η παγωνιά να τ’ αποκρούσει. Ακόμα και χιονισμένη, πονά η καρδιά. Ραγίζει.
Δεν ανακουφίζεται με κανενός άλλου το άγγιγμα. Μόνο με το δικό σου.
Δεν γαληνεύει με καμιά άλλη φωνή. Παρά μόνο με τα δικά σου λόγια.
Δεν μεθάει με άλλο άρωμα, εκτός από τη μυρωδιά σου.
Δεν ψάχνει άλλα βλέμματα. Μονάχα των ματιών σου.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Βίκυ Μπάλλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

71 shares

See You In FB