Όποια κι αν είναι η συνταγή, ρίξε αλάτι και χαμήλωσε τη φωτιά

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Το όνομά μου είναι Λίζα. Μεγαλωμένη στην Κηφισιά.
Τα πολύ παιδικά μου χρόνια τα πέρασα με τους παππούδες μου, στην Εκάλη. Μια μέρα όμως, κάτι μεσολάβησε – μια εκδήλωση αν θυμάμαι καλά που είχε παραστεί η μαμά μου – και από τότε ήμουν συχνότερα στο πατρικό μου· πολύ συχνότερα. Η εκδήλωση απευθυνόταν, νομίζω, σε νέους γονείς.
Η μαμά μου ήταν μονίμως πανικόβλητη. Ήθελε να είναι συνεχώς κοντά μου και, άθελά της, ήταν πολύ έκδηλη αυτή της η επιθυμία. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα πως είχα ένα σκυλάκι από πίσω μου. Στο δωμάτιό μου, στην κουζίνα, σε όλα τα δωμάτια και τους διαδρόμους του σπιτιού· η μαμά ήταν συνεχώς πίσω μου. Συχνά αναρωτιόμουν τι σκεφτόταν. Τι κοιτούσε με τόση προσήλωση πάνω μου;
Από τον μπαμπά μου θυμάμαι εντονότερα την απουσία του. Έμαθα από μικρή τι σημαίνουν οι «υποχρεώσεις» ο «περιορισμένος χρόνος» και τα «συνέδρια». Αυτό δεν άρεζε στη μαμά μου, που συχνά του έλεγε ότι εξαιτίας του έχασε την «ανεξαρτησία» της. Τότε κι εγώ είχα αντιληφθεί, ότι αυτή η ανεξαρτησία πρέπει να ήταν κάτι εξαιρετικά πολύτιμο και που δύσκολα το ξαναβρίσκεις αν το χάσεις. Ακόμη θυμάμαι πως μέσα μου έλεγα:
«Μόλις μεγαλώσω θα τη βρω. Σιγά μην την αφήσω από τα μάτια μου! Όχι όπως έκανε η μαμά… Που δεν την πρόσεχε και τώρα λέει πως φταίει ο μπαμπάς.»
Τους γονείς δεν τους είχα δει να φωνάζουν ή να τσακώνονται μπροστά μου. Πολλές φορές υπήρχαν νύξεις εκατέρωθεν· ας πούμε το «χαϊδευτικό» του μπαμπά ήταν Αδιάφορος και της μαμάς Τρελή. Ναι. Νόμιζαν ότι δεν καταλάβαινα. Το θέατρο του παραλόγου έπαιρνε θέση στο σπίτι μας. Κάποιες φορές μου ζητούσαν να πάρω θέση κι εγώ. Το έλεγαν «δημοκρατική οικογένεια». Ωστόσο εγώ δεν ήξερα ούτε τι πάει να πει «θέση», ούτε τι έπρεπε να κάνω όταν έφτανε εκείνη η ώρα.
Από μια ηλικία και μετά, θυμάμαι τη μαμά μου να με λούζει με συμβουλευτική χαλαζόπτωση. Ακούγεται περίεργο; Εγώ έτσι το έλεγα.
«Με τη Μάνια σε συμβουλεύω να μην κάνεις παρέα. Τι πάει να πει “Μάνια” δηλαδή; Μαρίνα δεν τη λένε; Αλλοπρόσαλλα πράγματα», μα εγώ χρειαζόμουν τη Μάνια γιατί όταν παίζαμε κούκλες διάλεγε τον Κεν και παίζαμε την οικογένεια.
«Πρώτος σου στόχος είναι να διαβάζεις κι ύστερα οι βόλτες», μα εγώ ήθελα να πάω να κοιμηθώ στην ξαδέρφη μου τη Μαριλένα.
Το πιο αστείο μέσα σε όλα τ’ άλλα ήταν όταν, για πρώτη φορά, χτύπησε την πόρτα του δωματίου μου την ώρα που είχα βάλει όλα τα παιχνίδια μου στη μοκέτα και ήρθε να παίξουμε μαζί. Ήταν αλλόκοτο, δεν μπόρεσα να το καταλάβω και ένιωθα περίεργα· όχι γιατί δεν ήθελα να κάθομαι μαζί της, αλλά γιατί όλο αυτό μου φαινόταν ψεύτικο.
Η Αντριάνα –έτσι τη λένε τη μάνα μου– λάτρευε να επεξεργάζεται το κεφάλι μου και να το «στολίζει» με περίεργες κομμώσεις, κυρίως κοτσιδάκια· με αμέτρητα κοκαλάκια και τσιμπιδάκια. Αυτό έδειχνε να το διασκεδάζει άλλωστε «το μαλλί είναι η μισή αρχοντιά» όπως έλεγε. Ανελλιπώς λοιπόν, αναζητούσε και δημιουργούσε καινούργια σχέδια στα μαλλιά μου. Έπειτα διάλεγε τα ρούχα. Το σύνολό της, μετά από αρκετή διεργασία, ήταν έτοιμο.
«Τι σημαίνει ότι θα αργήσεις πάλι;! Το σπίτι δεν σε βλέπει καθόλου, στο παιδί τι να πω; Ας μην μιλήσω για ‘μένα που έχω ξεχάσει πώς είσαι», είχα ακούσει να λέει η μαμά κρατώντας το τηλέφωνο με τα δυο χέρια. Και οι ώμοι της τώρα που το σκέφτομαι είχαν σταθεί μπροστά, σκυμμένοι, φανερώνοντας το θυμό της μάνας μου.
Τώρα βέβαια κρίνω με άλλο μάτι. Τις εικόνες που έχω συγκρατήσει, τις βλέπω αλλιώς. Μπορώ να πω ότι η μάνα μου δεν είχε άδικο σε πολλά. Ξέρω πως είχε εγκλωβιστεί σε κάτι που δεν ήταν: Σε δυνάμενη φίλη, δασκάλα, ψυχολόγο. Μα εγώ θα την αγαπούσα έτσι κι αλλιώς· ακόμα και με τις πιο λανθασμένες συνταγές. Έτσι είναι τα παιδιά…
Κι ύστερα οι γονείς μου θέλανε να σπουδάσω στην Πάντειο. Μα δεν θα μπορούσα να πάω ποτέ μετά συγχωρήσεως. Άσχημα είναι φωτογράφος στο Λονδίνο;

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

33 shares

See You In FB