Όνειρα θερινής νυκτός

της Αναστασίας Βούλγαρη

«Καλημέρα Άννα». Αυτή ήταν η πρώτη του κουβέντα. Η κουβέντα που της άλλαξε τη ζωή. Δεν μπορεί να σβήσει εκείνη τη στιγμή από τη μνήμη της. Η στιγμή που ένιωσε πως η ψυχή της χαμογελάει ξανά. Με ένα πλατύ χαμόγελο, έτοιμο να αγαπήσει. Τα μάτια του ζωηρά για ζωή. Μια ζωή, μαζί. Ένα αύριο, μαζί. Ένα αύριο που επέμενε πως θα ζήσουνε μαζί. Το μέλλον τους. Σπάει το κεφάλι της να θυμηθεί με κάθε λεπτομέρεια την πρώτη φορά που τα χείλη της ακούμπησαν τα δικά του. Ραντεβού, βόλτες, εκδρομές, ξεγνοιασιά και ξαφνικά η πρόταση της συγκατοίκησης. Όλα τόσο γρήγορα. Ένα σπίτι που θα στέγαζε τον έρωτά τους. Αλλά, τελικά τι απέμεινε; Ένας χώρος αδειανός. Κρύος. Αλλά, αν κάποιος στήσει προσεκτικά το αυτί του, ξέρεις τι θα ακούσει; Φωνές. Φωνές που μουρμουρίζουν την ιστορία τους. Έναν έρωτα που έσβησε μέσα σε μια νύχτα. Τόσο αδύναμος ήταν τελικά, σκέφτεται και τα δάκρυα της νιώθει πως καίνε τα ροδαλά της μάγουλα. Ήταν τόσο σίγουρη για αυτόν. Γύρισε την πλάτη της σε όλους για αυτόν. Στον πατέρα της, στην μητέρα της. Και αυτός; Αυτός την γέμισε τόσα λόγια, τόσες υποσχέσεις. «Άννα θα φτιάξουμε την δική μας ζωή. Δεν χρωστάς σε κανέναν εξηγήσεις. Μην αφήνεις να σχεδιάζουν το μέλλον σου. Θα σε βοηθήσω να ανοίξεις τα φτερά σου. Θα πραγματοποιήσεις τα πιο τρελά σου όνειρα». Όνειρα. Αυτό έκαναν κάθε βράδυ. Στο ίδιο κρεβάτι. Στην αγκαλιά του. «Θα είσαι η πιο ταλαντούχα θεατρίνα της Αμερικής», της έλεγε και τη φιλούσε γλυκά. Το ήξερε, βέβαια, πως έχει ταλέντο. Όλοι της το έλεγαν. Όλοι, εκτός, από τους γονείς της. Είχαν άλλα σχέδια για αυτήν. Η Άννα, όμως, χρειαζόταν κάποιον να την πιστέψει απόλυτα. «Πάρε δύο εισιτήρια για εμάς και εγώ θα πάρω την ζωή μας στα χέρια μου». Έτσι, και έγινε. Αυτός είναι ο άνθρωπος μου, τους είπε και δεν γύρισε να τους κοιτάξει ξανά. Έκλεισε την πόρτα πίσω της. Δεν έμαθε νέα τους ξανά. Και τώρα;

Τέσσερα χρόνια μετά βρίσκεται μόνη σε ένα αεροδρόμιο γεμάτο κόσμο και φωνές. Στο ένα της χέρι κρατά το εισιτήριο της επιστροφής στην πατρίδα και με το άλλο ακουμπάει την κοιλιά της. Τη χαϊδεύει. Θέλει να ουρλιάξει. Μα δεν γίνεται. Θα την περάσουν για τρελή. Και; Δεν την νοιάζει πια τίποτα. Νιώθει πως δεν μπορεί να αναπνεύσει. Το ταξίδι είναι μεγάλο. Οι σκέψεις της πολλές. Η επιστροφή στο σπίτι της την τρομάζει. Δεν είναι σίγουρη αν θα μπορέσει να τους αντιμετωπίσει. Φτάνει, κατεβαίνει από το αεροπλάνο. Τι θα τους πει ακριβώς, σκέφτεται και τα πόδια της τρέμουν. «Με παράτησε;». «Μου είπε να το ρίξω;». «Δεν πήγα ποτέ σε σχολή θεάτρου;». «Μου έφαγε όλα μου τα χρήματα τόσα χρόνια; Τα χρήματα που μαζεύατε με κόπο για μένα…». Αισθάνεται να ζαλίζεται. Είχαν δίκιο τελικά για αυτόν. Από την αρχή δεν τους άρεσε. Τώρα, όμως; Ξυπνάει, ανοίγει τα μάτια της και τους βλέπει τριγύρω της. «Μαμά;» «Ησύχασε κόρη μου, εμείς είμαστε εδώ τώρα». «Συγγνώμη…». «Ξεκουράσου εσύ, η μαμά σου και εγώ θα τα φροντίσουμε όλα. Οι γιατροί εδώ είναι οι καλύτεροι». «Το μωρό;». Δεν πρόλαβε να ακούσει την απάντηση, αισθάνθηκε τα βλέφαρά της βαριά. Θυμάται ακόμα, όμως, επτά χρόνια μετά, τα δακρυσμένα μάτια της μητέρας της στο άκουσμα για το μωρό.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Βούλγαρη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

32 shares

See You In FB