Οι άστεγοι που παραδίδουν μαθήματα ανθρωπιάς

της Έλενας Χαρτ.

Ξεχείλισε η νύχτα. Ανυπόφορο κρύο, στην καρδιά του χειμώνα. Οι πρώτες λευκές νιφάδες χαϊδολογούν τις σκεπές των σπιτιών. Τα χέρια σου θερμαίνονται από την κούπα που μοσχοβολάει ζεστή σοκολάτα ενώ από τα ηχεία δραπετεύουν χριστουγεννιάτικες επιτυχίες του Frank Sinatra. Ατενίζεις από το μακρόστενο παράθυρο σου τα ποικιλόχρωμα φώτα που σαν μικρά παιδιά παίζουν κυνηγητό. Ανάβουν και σβήνουν όλο και πιο γρήγορα. Την αισθητική σου χαλάει εκείνος ο άστεγος που έχει ρίξει το παιδεμένο σώμα του σ΄ ένα από τα παγκάκια του πάρκου. Είναι δυσδιάκριτη η όψη του, ξεχωρίζει μονάχα ένα φθαρμένο γκρίζο παλτό ριγμένο στις πλάτες του.

Στρέφεις το βλέμμα σου, στην τηλεόραση. Πολύ καλύτερα. Διαφημίζουν χριστουγεννιάτικα πακέτα προσφορών. Πολύ θα ήθελες να πας στη Βιέννη φέτος. Θα το συζητήσεις με τον άντρα σου μόλις επιστρέψει από τη δουλειά. Τον έφαγαν οι υπερωρίες. Ευτυχώς εσύ έχεις άδεια και δε χρειάζεται να ξυπνάς απ’ τα χαράματα προκειμένου να πας στο γραφείο. Ούτε να ανέχεσαι την ανυπόφορη προϊσταμένη σου που με κάθε ευκαιρία, σου μπήγει τις φωνές. Αλήθεια, ζωή είναι αυτή; Σας θέρισε η οικονομική κρίση. Ούτε φέτος κατάφερες να πάρεις νέα έπιπλα, ούτε καν να βάψεις το σπίτι σου. Σιχάθηκες αυτό το ουδέτερο σομόν στους τοίχους. Είστε νιόπαντρο ζευγάρι κι ούτε ένα ταξίδι της προκοπής δεν καταφέρατε να κάνετε. Η κολλητή σου με το νέο αμόρε θα ταξιδέψουν στο Λονδίνο. Ζηλεύεις, κι ας μην το παραδέχεσαι. Ζωή είναι αυτή μωρέ; Με δύο βασικούς μισθούς τι να προλάβεις να σουλουπώσεις; Θλίψη. Κατάθλιψη. Αρπάζεις το πακέτο από το τραπέζι. Το ανοίγεις. Άδειο. Πρέπει να πεταχτείς ως το περίπτερο ν’ αγοράσεις. Πως θα βγεις μέσα στο κρύο; Γκρινιάζεις. Βρίζεις. Καταριέσαι τη τύχη σου.

Έχεις καλυφθεί με υφάσματα προκειμένου να προστατεύσεις το σώμα σου από το αγιάζι. Πλησιάζεις τον περιπτερά και του ζητάς ένα πακέτο απ’ τα γνωστά. Εκείνη την ώρα ακούς μια τρεμάμενη φωνή από πίσω σου. Σου ζητάει να του αγοράσεις κάτι να φάει. Δε στρέφεις καν το βλέμμα σου επάνω του. Μην τυχόν και κολλήσεις τη «νόσο των αστέγων.» Αποκρίνεσαι πως δε σου περισσεύουν λεφτά με νεύρα. Δεν κοιτάζεις καν τα ρέστα σου, αντιθέτως τα στριμώχνεις στο πορτοφόλι σου. Γυρίζεις κι αντικρίζεις τον άστεγο που παρατηρούσες πριν από τη ζεστή γωνίτσα του σπιτιού σου. Ταλαιπωρημένο δέρμα, θλιμμένα μάτια, μοιάζει άρρωστος. Βιαστικά βάζεις το πορτοφόλι σου μέσα στην επώνυμη τσάντα σου. Ανηφορίζεις προς το σπίτι σου. Προσπαθείς να δικαιολογήσεις τη στάση σου, λέγοντας στον εαυτό σου πως αυτοί οι άνθρωποι επέλεξαν να είναι άστεγοι, πως κρύβεται ολόκληρη επιχείρηση από πίσω τους, πως δε θα λύσεις εσύ το πρόβλημα του, πως σιγά μην ήθελε να φάει αλλά να πάρει τη δόση του και χίλιες ακόμη δικαιολογίες προκειμένου να σκεπάσεις τις ενοχές σου.

Σκαλίζεις με τη λαβίδα τα ξύλα στο τζάκι. Βγάζεις το πρώτο τσιγάρο από το πακέτο. Επιτέλους. Το ανάβεις. Επιστρέφεις μπροστά στο παράθυρο. Τα μάτια σου πέφτουν ξανά στον άστεγο. Αυτή τη φορά όσο κι αν προσπαθείς να τον αγνοήσεις δε μπορείς. Έχει ξαπλώσει στο άβολο ξύλινο παγκάκι. Κάτι κρατάει στο χέρι του. Κοιτάζεις λίγο πιο προσεκτικά. Είναι κομποσκοίνι. «Μπα, πιστεύει στο Θεό;» αναρωτιέσαι μη μπορώντας να διανοηθείς για ποιο πράγμα τον ευχαριστεί. Θυμάσαι πως εσύ δε συνηθίζεις να προσεύχεσαι. Οι τύψεις σε τρυπούν σαν βελόνες χωρίς να ξέρεις ακριβώς τον λόγο. Νιώθεις αχάριστη. Ίσως και να είσαι.

Το χορό των τύψεων διακόπτει μια ρακένδυτη κυρία που ξεπροβάλλει από το ξέφωτο του δρόμου. Πιθανότατα κι εκείνη άστεγη. Στέκεται κάτω από τη λάμπα. Μοιάζει στη συγχωρεμένη τη μάνα σου. Νιώθεις μια ζώνη από αγκάθια να περικλείει τη κοιλιά σου. Καταπίνεις μια ακόμη τζούρα από το τσιγάρο σου. Η άστεγη βγάζει από τις ξεχειλωμένες τσέπες της δύο μικρά σάντουιτς. Χαμογελάει. Δεν έχεις δει πιο αληθινό χαμόγελο. Ο άστεγος σηκώνεται σαστισμένος από το παγκάκι. Την αγκαλιάζει σαν να του έκανε το μεγαλύτερο δώρο. Εκείνος της κάνει χώρο για να καθίσουν μαζί στο «αυτοσχέδιο» σπίτι του, προκειμένου να γευματίσουν. Νιώθεις απαίσια, τα μάτια σου πλημμυρίζουν δάκρυα. Σκέφτεσαι πως αυτοί οι άνθρωποι ξεχειλίζουν από φιλότιμο, καλοσύνη κι ας μην έχουν τίποτα. Θυμάσαι πως έχεις τα πάντα μα δε σου φτάνουν. Συνειδητοποιείς πως οι ανθρώπινες αξίες δε μπορούν να κατακτηθούν με χαρτονομίσματα. Πως η ανθρωπιά δε διδάσκεται, ούτε μεταλαμπαδεύεται. Απλώς υπάρχει. Κι αν δεν υπάρχει μπορείς να ετοιμάσεις το έδαφος που θα ευδοκιμήσει. Αρκεί να ρίξεις μια διεισδυτική ματιά γύρω σου χωρίς τα πέπλα των προκαταλήψεων.
Έλα σβήσε το φως, μην κλαις. Έτσι διαφέρουν οι καρδιές. Κι ίσως οι ομορφότερες να φορούν ξηλωμένα ρούχα.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Έλενα Χαρτ.
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

75 shares

See You In FB