Οι άγγελοι των Χριστουγέννων

της Λουκίας Πέτρου

Οι νιφάδες του χιονιού έπεφταν σιωπηλές. Νυσταγμένες κι αυτές, στριμώχνονταν νωχελικά η μία πάνω στην άλλη, σκεπάζοντας τα πάντα. Εδώ και και λίγες μέρες το κρύο και η παγωνιά είχαν απλωθεί σε όλη την πόλη. Οι παλιότεροι έλεγαν πως δε θυμόντουσαν ξανά τόσο χιόνι και κρύο. Παραμονές Χριστουγέννων κι έτρεχαν όλοι παγωμένοι και βιαστικοί για τα τελευταία δώρα και τα ψώνια του εορταστικού τραπεζιού. Σε λίγο θα σήμαινε Χριστούγεννα κι όλα έπρεπε να είναι έτοιμα.
Πίσω από το θαμπό παράθυρο ενός μικρού σπιτιού, ένα αγόρι με μεγάλα μάτια κοίταζε θλιμμένο. Στο σπίτι του δεν θα είχαν γιορτή σήμερα. Οι γονείς του δε ζούσαν πια και η γιαγιά του ήταν πολύ φτωχή για να του προσφέρει ακόμα και φαγητό, πόσο μάλλον να του φέρει δώρα. Η χαρά των Χριστουγέννων, δεν έφτανε στο δικό τους σπίτι και δε ζέσταινε την καρδιά του. Έβλεπε τον κόσμο που έτρεχε και άκουγε τις χαρούμενες μουσικές και τα κάλαντα που σκορπούσαν στους δρόμους. Λυπημένο, τράβηξε την κουρτίνα να μη βλέπει. Κουλουριάστηκε ακόμα πιο πολύ στη φθαρμένη του κουβέρτα και έτριψε τα παγωμένα του χεράκια για να ζεσταθεί.
«Αν κοιμηθώ, δε θα σκέφτομαι. Και αν δε σκέφτομαι, δεν θα στεναχωριέμαι. Κι έτσι τα Χριστούγεννα θα περάσουν πιο γρήγορα», είπε μέσα του και έκλεισε τα ματάκια του σφιχτά.
Μα ξάφνου, ένα φως πλημμύρισε το δωμάτιο και μία ζεστασιά απλώθηκε παντού. Το αγόρι άνοιξε τα μάτια του, που τυφλώθηκαν από το δυνατό φως. Μία λαμπερή φιγούρα στεκόταν μπροστά του και τον κοίταγε χαμογελαστή.
«Άνοιξε τα ματάκια σου και μη φοβάσαι. Δε χρειάζεται να στεναχωριέσαι πια. Εγώ είμαι εδώ κι όλα θα αλλάξουν! Πιάσε το χέρι μου να ζεσταθείς.», του είπε το Φως και το αγόρι υπάκουσε.
Ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά και πάλι και τη ζεστασιά να κυλάει στα παγωμένα του χεράκια. Το αδύναμο του κορμάκι σταμάτησε να τρέμει και τα ματάκια του φωτίστηκαν ξανά.
«Ποια είσαι;», της ψιθύρισε…
Εκείνη χαμογέλασε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Το αγόρι γαληνεμένο, έκλεισε τα ματάκια του και αποκοιμήθηκε.
Και δεν ξύπνησε ποτέ… Το βρήκαν παγωμένο μαζί με τη γιαγιά του το απόγευμα των Χριστουγέννων δύο γείτονες, που ήρθαν να τους φέρουν λίγο φαγητό.
«Αργήσαμε. Έπρεπε να έρθουμε νωρίτερα. Θα προλαβαίναμε…», ψιθύρισαν λυπημένοι.
Μα το αγόρι ήταν χαρούμενο. Ευτυχισμένο. Χωμένο στην αγκαλιά της μαμάς του, τους κοίταγε και ήθελε να τους φωνάξει πως δεn πειράζει. Λουσμένο και το ίδιο στο φως, ένιωθε για πρώτη φορά ευτυχισμένο.
«Άργησες μαμά…», της είπε κοιτώντας την με τα μεγάλα του μάτια να την κοιτούν με παράπονο.
Έσκυψε και τον φίλησε γλυκά στο μέτωπο. «Πάμε άγγελε μου», του είπε γλυκά. «Υπάρχουν πολλά παιδάκια, που πρέπει να φροντίσουμε. Εμείς οι δύο, πλέον μαζί.»
«Ναι μαμά, μαζί… Για πάντα… », φώναξε χαρούμενο και πέταξε μαζί της, πάνω από τη χιονισμένη πόλη…

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

48 shares

See You In FB