Ο χορός των Συναισθημάτων

της Λουκίας Πέτρου

Απόψε ήταν η μεγάλη νύχτα. Όλα τα Συναισθήματα μαζί. Σε ένα χορό, σε μία αλλόκοτη γιορτή. Η Χαρά την προετοίμαζε καιρό αυτή τη βραδιά. Ήθελε να βρεθούν όλα μαζί, να ανταμώσουν. Άλλωστε, όλα ανήκαν στην ίδια οικογένεια. Ας είχαν τις διαφορές τους. Όλα έκαναν τους ανθρώπους να νιώθουν, να ζουν. Κι όχι μόνο τους ανθρώπους. Κάθε τι που ζει, νιώθει και αισθάνεται. Τους όφειλε λοιπόν, μία τέτοια βραδιά. Αυτά σκεφτόταν και χαιρόταν διπλά…
Μάταια προσπαθούσε ο Φόβος να τη μεταπείσει.
«Είναι επικίνδυνο, είναι παράτολμο! Όλα τα Συναισθήματα μαζί; Φοβάμαι, πως θα είναι ένα φιάσκο!», την προειδοποιούσε μα εκείνη δεν άκουγε τίποτα. Ήταν τόσο ενθουσιασμένη για αυτή τη διοργάνωση που από τη χαρά της, δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο. Φρόντισε να γράψει η ίδια τις προσκλήσεις μία προς μία και να τις στείλει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Και μετά έσπευσε να ράψει το φόρεμα της. Γεμάτο χαρούμενες πινελιές, φυσικά…
Και η μεγάλη βραδιά έφτασε. Πρώτη έφτασε η Έκπληξη, φορώντας ένα εκπληκτικό κόκκινο φόρεμα. Αγκάλιασε τη Χαρά και γεμάτη έκπληξη της είπε: «Μα τι όμορφα είναι όλα! Υπέροχα! Τολμώ να πω εκπληκτικά, ξαδέλφη!». Η Χαρά χάρηκε, και ψήλωσε μονομιάς 10 πόντους.
Η Θλίψη κατέφθασε αμέσως μετά, φορώντας ένα γκρίζο θλιμμένο φόρεμα. Στα μαλλιά της είχε βάλει ένα επίσης γκρίζο βέλο και γενικά ήταν πολύ θλιμμένη. Η Χαρά έτρεξε να την υποδεχτεί. «Αγαπητή μου, πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Είσαι τόσο κομψή! Επιτέλους, έβγαλες τα μαύρα. Φόρεσες κάτι πιο χαρούμενο σήμερα!». Η Θλίψη, την κοίταξε αφήνοντας ένα βαρύ αναστεναγμό και σχεδόν δακρυσμένη, έκατσε στην πρώτη καρέκλα που βρήκε.
Ο Θυμός ήταν ο επόμενος. Μπήκε φουριόζος μέσα στην αίθουσα και χωρίς να χαιρετίσει κανέναν, πήγε κι έκατσε μόνος του σε μια γωνιά. Κι άρχιζε να φωνάζει για όλα. Για τα ποτά, για τα κρύα καναπεδάκια, για τη διακόσμηση. Μα η Χαρά δεν άκουγε τίποτα. Πήγε κοντά του και με χαρούμενη φωνή του είπε:
«Πόσο χαίρομαι που ήρθες!»
«Αυτό σου έλειπε! Τόσο δρόμο έκανα!», της απάντησε θυμωμένος.
Η Εμπιστοσύνη και ο Φόβος ήρθαν μαζί. Όλοι συμφώνησαν (ακόμα και ο Θυμός), πως ήταν το πιο αταίριαστο ζευγάρι. Εκείνος, σκυφτός και τρομαγμένος να κοιτάει γύρω του και να σκοντάφτει κι εκείνη αγέρωχη και στητή, να προχωράει έχοντας (φυσικά) μεγάλη εμπιστοσύνη στον εαυτό της.
Λίγο μετά έφτασε η Αηδία, φορώντας το πιο αηδιαστικό φόρεμα που είχαν δει. Μα η Χαρά ήταν χαρούμενη που είχε έρθει.
«Γλυκιά μου είσαι τόσο όμορφη. Μέχρι αηδίας τολμώ να πω!»
«Αχ, σ’ ευχαριστώ πολύ! Φόρεσα το καλύτερο φόρεμα που είχα και ήρθα!»
Τελευταία ήρθε η Αναμονή κι αφού τους είχε στήσει όλους για μία ώρα.
«Συγνώμη, είχε μεγάλη αναμονή για ταξί…», τους δικαιολογήθηκε κι όλοι απόρησαν, καθώς τα Συναισθήματα δεν χρησιμοποιούν ταξί για να ταξιδεύουν.
«Ας περάσουμε στο τραπέζι για το δείπνο, τώρα που μαζευτήκαμε και οι οκτώ! Αχ, είμαι τόσο χαρούμενη», φώναξε η Χαρά και κάθισε στην κεφαλή του τραπεζιού, ως οικοδέσποινα. Απέναντι της στην άλλη πλευρά, προσκάλεσε τον Φόβο, αλλά αυτός ήταν τόσο τρομαγμένος που αρνήθηκε κι έκατσε δίπλα στην Αναμονή, η οποία είχε ήδη καθίσει δίπλα στην Έκπληξη.
«Θα κάτσω εγώ γλυκιά μου!», της είπε με σίγουρη φωνή η Εμπιστοσύνη, προκαλώντας την οργή του Θυμού.
«Και γιατί αυτή; Εγώ θα καθίσω, είμαι το μόνο συναίσθημα αρσενικού γένους εδώ μέσα!»
«Μένω έκπληκτη!» φώναξε η Έκπληξη. «Είναι και ο Φόβος, αγαπητέ μου ξάδελφε!»
«Αυτός δεν θα έπρεπε να λέγεται Φόβος, αλλά Ντροπή. Κοίταξε τον, τρέμει!»
«Ξάδελφε, έχεις καταντήσει αηδία με τη συμπεριφορά σου», φώναξε η Αηδία. «Για να είμαι βέβαια ειλικρινής, είμαι στο στοιχείο μου, αλλά και πάλι, λίγο σεβασμός στον ξάδελφο Φόβο!»
«Αυτό ήταν φεύγω, έχω θυμώσει μαζί σας! Θα κάνω πολύ καιρό να σας ξαναμιλήσω!», φώναξε ο Θυμός, φορώντας στραβά το καπέλο του κι ορμώντας έξω από την αίθουσα.
«Θλίβομαι με όλη αυτή την κατάσταση», είπε κλαψουρίζοντας η Θλίψη. «Συγνώμη, αλλά επιτρέψτε μου να αποχωρήσω. Θέλω να μείνω λίγο μόνη μου, να σκεφτώ…». Ξανάριξε το βέλο μπροστά στο πρόσωπο της και σχεδόν κλαίγοντας ακολούθησε στην έξοδο το Θυμό.
«Φεύγω κι εγώ. Φοβάμαι πως ήμουν η αιτία να τσακωθούν όλοι. Πόσο φοβάμαι…», είπε ο Φόβος και σχεδόν πανικόβλητος βγήκε από την αίθουσα.
«Αηδίασα με τη συμπεριφορά τους! Συγνώμη, αλλά δεν έχω όρεξη πια! Είμαι τουλάχιστον αηδιασμένη», είπε και η Αηδία και αποχώρησε.
Στο τραπέζι είχαν μείνει πια μόνο η Χαρά, η Έκπληξη, η Αναμονή και η Εμπιστοσύνη.
«Μένω έκπληκτη!», αναφώνησε η Έκπληξη. «Αγαπημένη μου Χαρά, θα πρέπει να είσαι πολύ στεναχωρημένη γι’ αυτή την εξέλιξη!»
Μα η Χαρά την κοίταξε με μάτια που έλαμπαν και της είπε:
«Αντιθέτως! Είμαι πολύ χαρούμενη! Για λίγη ώρα είμασταν όλοι μαζί και αυτό είναι τόσο σπάνιο. Γιατί κάποια Συναισθήματα από τη φύση τους δεν μπορούν συνυπάρξουν μαζί, παρά μόνο για λίγο. Ο Θυμός οργίζεται με το Φόβο κι αυτός τρέμει το Θυμό. H Θλίψη δεν μ’ αντέχει, ούτε κι εγώ αυτήν, μεταξύ μας. Αλλά κι η Αηδία μας σιχαίνεται όλους… Ενώ εμείς αγαπημένες μου, μπορούμε να συνυπάρξουμε και να είμαστε όλες ένας υπέροχος συνδυασμός!»
«Ω, δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Πόσο δίκιο έχεις αγαπητή μου!», συμφώνησε η Έκπληξη.
«Συμφωνώ κι εγώ! Εμπιστεύομαι τη σκέψη σου Χαρά μου!», είπε και η Εμπιστοσύνη.
«Κορίτσια, ας μην φιλοσοφούμε για πολύ ακόμα! Ανέμενα τόση ώρα για ταξί κι εδώ και τόση ώρα αναμένω να ξεκινήσει το δείπνο! Έχει και η αναμονή τα όρια της!», πετάχτηκε η Αναμονή κι όλοι ξαφνιάστηκαν με την ανυπομονησία της.
«Πόσο δίκιο έχεις καλή μου! Ας ξεκινήσουμε λοιπόν!», αναφώνησε η Χαρά δίνοντας ως καλή οικοδέσποινα το σύνθημα να ξεκινήσουν…

*Το παραπάνω κείμενο άντλησε την έμπνευση του από τον τροχό των συναισθημάτων του Robert Plutchik, στον οποίο εντοπίζονται οκτώ βασικά συναισθήματα – η χαρά, η θλίψη, η εμπιστοσύνη, η αηδία, ο φόβος, ο θυμός, η έκπληξη και η αναμονή.
Κάθε άλλο συναίσθημα φυσικά δεκτό.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Λουκία Πέτρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0 shares

See You In FB