Ο Τυχεράκιας

της Μαίρης Τσιόικα 

Καμιά φορά τον κοιτούσα και έλεγα μέσα μου. «Ω Θεέ πόσα του ‘δωσε η μοίρα για να ζήσει και σε πόσα μόνος επέλεξε να χωθεί». Πίσω από πέτρες σκαλισμένες, κάτω από υπόστεγα γκρεμοτσακισμένα κρύβονται μυστικά, κρύβονται αλήθειες. Ανθρώπων ζωές. Ζωές βουβές. Ζωές που χάθηκαν δίχως καλά καλά να ζήσουν. Ζωές που εκτίμησαν τον ήλιο στον ουρανό και τον ουρανό δίχως ήλιο.
Δεν έβλεπε πια ουρανό, ούτε ήλιο κι όμως όταν τον πλησίαζα στο πλαστικό του καρεκλάκι, δίπλα στην μαγκούρα του, ένιωθα να με βλέπει, να με βλέπει βαθιά και να χαμογελά από αγάπη και στοργή. Λίγο πριν τον αποχαιρετήσω, μου ‘δινε ένα χιλιάρικο κάθε φορά. Ντρεπόμουν να το δεχτώ, από έναν άνθρωπο που είχε ζήσει μέσα στη φτώχεια.
-Πάρ’ το. Φώναζε όταν δεν το δεχόμουν.
-Πάρε ένα παιχνίδι από τον παππού για να παίζεις.

Κάπως έτσι έμαθα πως τα λεφτά δεν έχουν αξία καμιά, για όσους έμαθαν να ζουν χωρίς δεκάρα, για όσους εκτίμησαν αλλιώτικα τη ζωή με άδειες τσέπες και γεμάτες ψυχές. Σήμερα ήθελε κάτι να πει. Ίσως μια ιστορία από εκείνες που συνήθιζε να λέει όταν μαζευόμασταν γύρω του. Εμείς σαν παιδιά μια άλλης δεκαετίας ακούγαμε τα δεινά της ζωής μέσα από τις κουβέντες του, και τα παίρναμε αψήφιστα σαν να ‘ταν παραμύθια, που δεν έγιναν ποτέ σε αυτόν εδώ τον τόπο, ιστορίες που ο ίδιος είχε σκαρφιστεί για να μας εντυπωσιάσει. Με τον καιρό τις πιστέψαμε και τον αγαπήσαμε ακόμη πιο πολύ.

Καθόταν στο πλαστικό του καρεκλάκι, στο χέρι κρατούσε το μπεγλέρι του. Για ακόμη μια φορά ήταν χαμογελαστός, γαλήνιος. Φαίνεται πως η εξορία τον είχε κάνει να εκτιμήσει ακόμη και το σκοτάδι, αρκεί που ήταν ελεύθερος να πιστεύει και να λέει την όποια γνώμη του χωρίς να φοβάται τυχόν καταδότες, κακοθελητές. Μεγάλωσε ορφανός από πατέρα και μάνα και έμαθε τη μοναξιά από νωρίς. Παντρεύτηκε δυο φορές, στον πρώτο γάμο έμεινε χήρος. Έκανε πολλά παιδιά, ακόμη πιο πολλά εγγόνια και τώρα δισέγγονα. Αυτή ήταν η μέγιστη ευτυχία για εκείνον. Βλέπεις ξεκίνησε μόνος και έφτασε γεμάτος στο τέλος της διαδρομής. Κάτω από το ένα μάτι του είχε ένα σημάδι μεγάλο μαύρο σαν μελανιά, κάτι μέσα μου έλεγε πως όσα είδε, όσα έζησε αποτυπώθηκαν πάνω του μ’ αυτόν τον τρόπο.

Μαζευτήκαμε όλοι γύρω του και μόνο τότε άρχισε να μιλά, για εκείνο το βράδυ στη φυλακή, που όλοι ξέραμε. Τον αγαπούσαν εκεί μέσα, συγκρατούμενοι αλλά και μερικοί από εκείνους με τις στολές, για την ευγένεια του. Μα βλέπεις είχε γιο αντάρτη και θεωρούνταν επικίνδυνος για το καλό του έθνους. Ήταν βράδυ, από εκείνα τα βράδια που εξαφανίζονταν κρατούμενοι. Ανάμεσα σε ονόματα πολλά, άκουσε και το δικό του. Σάστισε, φοβήθηκε, ήξερε πως όσους φώναζαν τα βράδια, δεν επέστρεφαν ποτέ πίσω στο κελί. Όλοι τον κοίταξαν με λύπη. Ήταν άνθρωπος καλός του λόγου του. Εκείνα τα λιγοστά βήματα ήταν τα χειρότερα της ζωής του, όπως μας παραδέχτηκε. Λίγο αργότερα έμαθε πως θα τον άφηναν «ελεύθερο» λόγω καλής διαγωγής, βέβαια θα τον είχαν συνεχώς στο νου τους. Τέτοιου είδους ελευθερία του ‘ταξαν. Ήταν τυχεράκιας όπως τον βάφτισαν εκείνο το βράδυ. Αυτά είχε να μας πει. Ολοκληρώνοντας, χαμογέλασε σαν να έλεγε κάποιο χωρατό και όλοι απορήσαμε, μα ανταποδώσαμε και ας μην μας έβλεπε. Το ένιωσε όμως είμαι βέβαιη. Κάπως έτσι νιώσαμε όλοι τυχεροί για εκείνο το βράδυ, που κατάφερε να ξεγελάσει το θάνατο αλλά και για όλα αυτά τα αναπαυτικά βράδια που θρονιασμένοι στην καρέκλα χαζεύαμε ακόμη και τον λευκό τοίχο, ελεύθεροι.

 

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

52 shares

See You In FB