Ο μπάρμπα Φως

της Αναστασίας Καλοβέρου

Σε κάποιο νησί, με γαλάζιες θάλασσες, αρκετά μακριά από την πόλη, μου είπαν πως υπάρχει και ζει ένας σοφός γέροντας.
Μιλάει για τη ζωή σαν να είναι τόσο απλή και χαϊδεύει όλα τα πλάσματα γύρω του, σαν να είναι τα μοναδικά θαύματα του κόσμου.
Κάθεται δίπλα σε ένα πηγάδι και με τα ροζιασμένα του χέρια κρατάει τη μαγκούρα του, αγναντεύοντας τον ουρανό και τα ατελείωτα κύματα της θάλασσάς του.
Ίσως, από μέσα του να τραγουδάει και κάποιο σκοπό.

Μπροστά του, ένας γκρεμός σαν να έκοψε ο Θεός με μαχαίρι τη γη.
Βράχια κοφτερά στο τέλος του γκρεμού, εκεί που σκάνε τα κύματα με μανία.
Το σπίτι του, χτισμένο ψηλά, φτωχικό μα καθαρό και ζεστό, παρόλο που ο αέρας έξω λυσσομανάει, τις πιο πολλές φορές.
Ξέρει, μόνο, στη γλώσσα της συμπόνιας να μιλήσει και θα σε προσκαλέσει να ζεσταθείς, αν μπερδευτείς στα δολοφονικά βράχια, κοντά στην αιχμηρή άκρη του νησιού.
Ταΐζει τα λιγοστά του ζώα και σκάβει τη γη, για να ’χει τα λίγα αγαθά του.
Δεν περιμένει από κανέναν να του φέρει τίποτα, παρά μόνο μια παρέα στην ερημιά, για να πάρει συντροφιά και να σου δώσει, άθελά του, μαθήματα ζωής.

Κι εσύ, που γύρισες τον κόσμο και είδες τα θαύματα της τεχνολογίας.
Εσύ, που άπληστα τα θες όλα και δε χορταίνεις με τίποτα.
Εσύ… που αδιαφορείς για τους ανθρώπους γύρω σου και με έπαρση φωνάζεις κι επιμένεις για να αποδείξεις ότι όλοι σε αδικούν…

Μια μέρα, θα σε παει ο δρόμος στην καλύβα του γέρου, θες δε θες.
Θα τον κοιτάξεις στην αρχή καχύποπτα και θα πλησιάσεις δειλά, από ανάγκη, γιατί τα ρούχα σου θα ’χουν βραχεί από την μπόρα και ξεπαγιασμένος, θα θες να μπεις να στεγνώσεις.
Ο γέρος, θα σου ανοίξει την πόρτα να μπεις πρώτος για να περάσεις στο μικρό του σπίτι.
Και μέσα, εκεί, θα βρεις τις απαντήσεις που χρόνια τώρα έψαχνες σε λάθος μέρη, σε λάθος τόπους και διαδρομές.

Μου ’παν πώς ο γέρος ακούει στο όνομα:
«Μπάρμπα Φως»,γιατί λένε πώς τα βράδια ανάβει τις παλιές γκαζόλαμπες, για να βλέπουν οι βαρκάρηδες τα γκρέμια.
Φροντίζει και γι’ αυτούς, ο γέρος, για να μη τσακιστούν.
Μου ’παν πώς αν καθίσεις λίγο πιο κοντά του, μοσχομυρίζει σαπούνι και βασιλικό.
Τι περίεργος άνθρωπος ο Μπάρμπα Φως.
Αγαλλιάζει η ψυχή σου, με τις κουβέντες του και το σώμα σου παίρνει δυνάμεις από το νόστιμο και απλό φαΐ που θα σε φιλέψει.
Σαν φύγεις το πρωί, μετά την καταιγίδα, σου φαίνεται πως τα είπες, τελικά, μόνο με τον εαυτό σου.
Ο Μπάρμπα Φως, θα σου γνέψει για καλό δρόμο.
Κι όπως περπατάς με βήμα γοργό, θα νιώθεις κάπως διαφορετικά.

Η πίστη σου θα έχει ξεθαφτεί και καθαρή θα φανερώνεται, μετά από τα τόσα χρόνια που την έκλεινες σε σκονισμένα κουτιά.
Και τέλος, για τη διαδρομή της επιστροφής, θα φυλάς το πιο ταπεινό δώρο που μπορούσες ποτέ να δεχτείς.

Στις τσέπες σου, μα κυρίως στην καρδιά σου, θα θυμάσαι να κρατάς ασφαλή την «αγάπη»,
έναν πολύτιμο οδηγό και χάρτη, στα μονοπάτια της ζωής μας.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Αναστασία Καλοβέρου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

33 shares

See You In FB