Ο άνθρωπος δεν ψάχνει ωραία σώματα, μάτια ή μαλλιά

«Ο φόβος»

της Βασιάννας Βαλαβοσίκη

Ο φόβος… Τι μυστήριο πράγμα. Ένα συναίσθημα που όλοι καλούμαστε καθημερινά να αντιμετωπίσουμε. Σε περιμένει στη γωνία υπομονετικά μεταμορφωμένος σε ζητιάνο που περιμένει λίγα κέρματα για να τραφεί. Σου μιλάει με τη βραχνή του φωνή: «Σας παρακαλώ δώστε μου κάτι, πεινάω» Παρόλα αυτά, δεν τον βλέπεις καθαρά. Είναι ακόμη μία μαύρη σκιά στο σκοτάδι. Εάν περάσεις μπροστά του αργά και διστακτικά, η φωνή του μπορεί να σε στοιχειώσει για ολόκληρα μερόνυχτα. Εάν από την άλλη περάσεις βιαστικά, νιώθεις έναν κόμπο στο στομάχι χωρίς να ξέρεις το γιατί. Εν τέλει, δεν μπορείς να τον αποφύγεις.

Όλοι οι άνθρωποι φοβούνται. Φοβούνται το θάνατο, την αγάπη, ακόμη και τη χαρά. Φοβούνται να αγαπήσουν για να μην πληγωθούν. Φοβούνται να χαρούν για να μην στεναχωρηθούν μετέπειτα. Φοβούνται να ζήσουν για να μην πεθάνουν. Και τελικά, μένουν στάσιμοι και άπραγοι· ανήμποροι να κάνουν το οτιδήποτε.

Τα μικρά παιδιά δε φοβούνται. Σκαρφαλώνουν σε δένδρα ανέμελα, αγνοώντας το ενδεχόμενο της πτώσης. Κάποια στιγμή, όμως, πέφτουν και χτυπάνε. Κλαίνε. Εκεί γεννιέται ο φόβος. Πλέον, το παιδί έμαθε. Πλέον, το παιδί μεγάλωσε. Πλέον, το παιδί ξέρει. Ξέρει, και κάθεται και απολαμβάνει τη σκιά του δένδρου αναπολώντας τη θέα που έβλεπε όταν ήταν μικρό και πιάνονταν από ένα κλαδί. Τότε μπορούσε να δει όλο τον κάμπο από ψηλά. Τώρα;

Κάπως έτσι, όσο μεγαλώνουμε, φοβόμαστε περισσότερο. Ξυπνάμε το πρωί για να πάμε στη δουλειά και καθώς οδηγάμε φοβόμαστε να μην τρακάρουμε. Έπειτα, στη δουλειά, φοβόμαστε να μην κάνουμε κάτι στραβά και χρειαστεί να αντικρύσουμε το υποτιμητικό βλέμμα του ηλικιωμένου εργοδότη. Καθώς γυρνάμε προς το σπίτι, φοβόμαστε να μιλήσουμε στην κοπέλα με τα μεγάλα, εκφραστικά, πράσινα μάτια που καθόταν στο παγκάκι κι έδειχνε χαμένη στις σκέψεις της. Αλήθεια, πόσο όμορφη ήταν; Λέτε να το ξέρει; Εγώ, πάντως, φοβήθηκα να της το πω.

Σε μία στιγμή απελπισίας γύρισα πίσω. Ήταν ακόμη εκεί. Με κοίταξε και μου χαμογέλασε λες και ήξερε ότι επέστρεψα για εκείνη. Για μία στιγμή ένιωσα πιο δυνατός από ποτέ: είχα νικήσει το φόβο… ή έτσι νόμιζα τουλάχιστον. Πλησιάζοντάς την ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται και τα πόδια μου να τρέμουν. Τόσο ύπουλος είναι ο φόβος, εκεί που νομίζεις ότι τον νίκησες έρχεται με αθέμιτα μέσα να πάρει εκδίκηση παραλύοντας το ίδιο σου το σώμα. Όμως ήμουν αποφασισμένος, εγώ δεν γίνομαι υποχείριο κανενός. «Γεια σου! Πέρασα πριν λίγο και σε είδα εδώ… Μην με παρεξηγήσεις, αλλά δεν μπορούσα να μην επιστρέψω. Ήθελα απλά να σου πω ότι αυτή η τυχαία συνάντηση με έκανε να χαμογελάσω.», είπα αποφασιστικά. «Να έχεις μία υπέροχη ημέρα!», πρόσθεσα κι έκανα ένα βήμα πίσω έτοιμος να φύγω. Το χαμόγελο δε σβήστηκε στιγμή από τα χείλη της. «Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Καλή σου ημέρα!», είπε τόσο τυπικά, αλλά ταυτόχρονα τόσο γλυκά. Για λίγα δευτερόλεπτα κοντοστάθηκα αμήχανα. Έπειτα, της χαμογέλασα και έφυγα.

Μπορεί να σας φαίνεται ανώφελο, όμως εγώ ήμουν ικανοποιημένος. Δε φοβήθηκα. Έστω και για πέντε λεπτά κατάφερα να παραμερίσω τις αμέτρητες φωνούλες που έλεγαν ταυτόχρονα μέσα μου «Φοβάσαι, μην το κάνεις!», «Τι θα γίνει εάν δεν σου μιλήσει ή εάν ενοχληθεί;», «Που να γυρνάς πίσω τώρα… Τι θα κερδίσεις από αυτό;». Ήμουν κύριος του εαυτού μου. Γυρνώντας σπίτι σκεφτόμουν ακόμη αυτό το περιστατικό.

Είναι, ξέρετε, ορισμένα άτομα που χωρίς να τα γνωρίζεις ξέρεις ότι ταιριάζετε. Δεν ξέρω πώς, απλά το ξέρεις. Ίσως είναι ένα κόλπο της φύσης για να σε οδηγήσει στο κατάλληλο ταίρι. Γιατί ο άνθρωπος έχει σκοπό σε αυτή τη ζωή να βρει κάποιον άλλο άνθρωπο και να τον νιώσει δικό του, αλλά όχι με την κτητική έννοια.

Ο άνθρωπος δεν ψάχνει ωραία σώματα, ωραία μάτια ή ωραία μαλλιά, αλλά ωραίες ψυχές με τις οποίες ιδανικά μπορεί να ενωθεί και να δημιουργήσει ένα αριστούργημα· το δικό του μοναδικό αριστούργημα.

Ετικέτες: , ,

Related Posts

Βασιάννα Βαλαβοσίκη
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

69 shares

See You In FB