Να μην ξεχάσω να ανοίξω το παράθυρο

της Τζίας Διαμαντοπούλου

Νιώθω τόσο δυνατή. Έχω τόσα να προσφέρω. Έχω τόσες λέξεις να μοιραστώ, τόσα μάτια να αντικρίσω και τόσα όνειρα να χτίσω. Αξιώθηκα να αγαπώ τη γνώση, τη μελέτη· σπούδασα, ερεύνησα, κυνήγησα, κουβαλώ πια γερά εφόδια. Είμαι τυχερή, λοιπόν, παρόλο που στέκομαι τώρα άτυχη. Είμαι άνεργη. Ας είναι.
Έχω πλάι μου τον Έρωτα, πλάι τον σύντροφό μου. Έχω την αγάπη, την αλληλεγγύη, τη λογική, να κυβερνούν την καρδιά και το μυαλό μου. Έχω το κουράγιο και τη θέληση να προσπαθώ. Δε χαϊδεύω τους άλλους, ούτε εμένα. Με παιδεύω· όχι για να είμαι αλάνθαστη, αλλά για να γίνομαι καλύτερη.

Πασχίζω να παραβλέπω τα άσχημα και να στοχεύω στα θετικά. Ίσως να έχω εξωραΐσει το γεγονός ότι με απέλυσαν. Το σκέφτηκα από ‘δω, το σκέφτηκα από ‘κει, στο τέλος δεν με ενδιέφερε -είχα στο νου μου το παράθυρο-
«ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ ΝΑ ΑΝΟΙΞΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ» γράφω σε ένα χαρτάκι, κολλημένο στο ψυγείο, με μεγάλα γράμματα. Έχω όλο το πρωί στη διάθεσή μου, ενώ τόσοι άλλοι θέλουν και δεν μπορούν. Νιώθω πάλι σαν παιδί που ξυπνάει και το κανακεύει η μητέρα του, σαν φοιτήτρια που είναι έτοιμη να «κατεβάσει» αυθόρμητες ιδέες.
Πρώτα ανοίγω τις κουρτίνες, χωρισμένες στις δύο άκρες του τοίχου. Ύστερα ανοίγω το παράθυρο και έχω το κορμί μου ακριβώς στο κέντρο· μα και το κορμί, όπως οι κουρτίνες, χωρισμένο μοιάζει. Σαν μαλωμένα, το κεφάλι με τα πόδια, μαζεύουν τα υπάρχοντά τους και αποχωρίζονται το ένα από το άλλο. Τα πόδια μαρμαρώνουν, αγγίζουν τον τοίχο και σιγουρεύονται πως στριμώχτηκαν στο παραθύρι, σε απόσταση αναπνοής. Το κεφάλι ήδη υπακούει σε άλλους νόμους, σε άλλες μαγγανείες. Το χάδι του αγέρα, οι ήχοι κι οι μυρωδιές, οι ξεδιάντροπες ανάσες -λες και χρόνια είχα να αναπνεύσω-, το μαγεύουν. Είμαι εξημμένη.

Με λαχτάρα κοιτάζω πρώτα τους περαστικούς. Είναι τόσοι νέοι, τόσοι γέροι, τόσοι γενναίοι και τόσοι δειλοί μαζεμένοι. Λες και μυρίζουν, ή μου κάνουν νόημα, ξεχωρίζω τον έναν από τον άλλον. Σταμάτησαν οι άνθρωποι να βλέπουν ουρανό, δεν ψάχνει πια η κόρη, ούτε τον ήλιο, ούτε τα μπαλκόνια, ούτε τους ανθρώπους σε αυτά. Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε αδιάφοροι. Μα εγώ ακόμα σε αγαπάω άνθρωπε. Θέλω να μας συγχωρήσω, αν με βοηθήσεις. Ζήσε. Βλέπε. Κοίτα με.

Βλέπω κι εσένα θάλασσα. Τα μάτια μου δεν αντιστέκονται στην όψη σου, ομορφιά της πλάσης. Τα κύματά σου με ξυπνάνε το πρωί, ενώ οι αγκαλιές σας με την αμμουδιά, με ξυπνάνε μονομιάς· κάποιες στιγμές που το τίποτα προσπαθεί να καταπιεί κι εμένα. Εσύ, θάλασσά μου, κι αγριεμένη τους ημερεύεις όλους. Γιατί εσύ είσαι δυνατή. Εμείς είμαστε οι αδύναμοι. Είσαι ανηλεής, ψυχρή, αλλά δεν σκοτώνεις πισώπλατα.
Μαγεύομαι από τα καλά και τα κακά. Και να ‘μαι, στέκομαι σαν κάποιος Αντώνιος του Καβάφη, να κοιτάζω όσα χάνονται και να περιμένω όσα έρχονται. Γιατί πολλά είναι καθ’ οδόν και ακόμα δεν τα έχω δει. Είμαι στην Αλεξάνδρεια, στην πολύτιμη γαλήνη μου. Να μην ξεχάσω να ανοίξω το παράθυρο. Να μην χαρίσω πουθενά, τούτη την Αλεξάνδρεια.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Τζία Διαμαντοπούλου
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

74 shares

See You In FB