Μόνος μου στα σκοτεινά

της Μαρίας Καλύβα

Άλλο ένα βράδυ με επισκέπτεται στο όνειρό μου εκείνο το αγγελάκι˙ όχι αυτό με τα λευκά, που με κάνει να ξεκαρδίζομαι στα γέλια, το άλλο, που με κάνει να φοβάμαι. Άλλο ένα βράδυ, αντί να δακρύσω, γελώ δυνατά. Μπορεί να μην κλαίω πια, όμως, παλαιότερα, κάτι τέτοιες στιγμές, πλάνταζα στο κλάμα. Η καημένη η μαμά μου δεν ήξερε τι να κάνει τότε για να με καθησυχάσει. Είμαι το πρώτο της, βλέπετε, παιδί, και αυτή, λίγο από την αγωνία της, λίγο από την κούραση, λίγο από την πείνα -γιατί, το ξέρω, μπουκιά δεν προλαβαίνει να βάλει στο στόμα της κάποιες μέρες-, πελάγωνε. Τα πρωινά, που είναι μαζί μας ο μπαμπάς, η μαμά μου είναι πιο ήρεμη. Το καταλαβαίνω αυτό από την κελαηδιστή φωνή της και από το χαμογελαστό της πρόσωπο. Τα βράδια, ωστόσο, που ο μπαμπάς μου μας αποχαιρετά με ένα γλυκό φιλί και πηγαίνει στη δουλειά, εκείνη δείχνει πιο ανήσυχη. Πιο φοβισμένη και από εμένα.

Από ό, τι ξέρω, η μαμά μου είναι «μικρή». Έτσι την αποκαλούν κάποιοι. Δεν είναι, βέβαια, τόσο μικρή όσο εγώ, αλλά ούτε τόσο μεγάλη όσο οι γιαγιάδες μου˙ οι οποίες, μια βράδια σαν αυτή, στέκονταν ακριβώς από επάνω μου και, καθώς εγώ βαλάντωνα στο κλάμα, αυτές με επεξεργάζονταν.
«Σήκωσε το παιδί! Μην το αφήνεις να κλαίει, θα λιγώσει», της είπε της μαμάς μου η μία μου γιαγιά.
Και, όταν η μαμά μου με σήκωσε, η άλλη μου γιαγιά της είπε:
«Τι κάνεις εκεί! Άστο κάτω, θα κακομάθει και θα σας κάνει ό, τι θέλει».
Η μαμά μου με άφησε ξανά στην κούνια, και εκείνες έστησαν καβγά. Ούτε που κατάλαβαν πόσο πολύ την πλήγωσε η συμπεριφορά τους. Εγώ, όμως, το κατάλαβα…

Την είδα τη μαμά μου να φεύγει λυπημένη από το δωμάτιο και να επιστρέφει αμέσως μετά με το τηλέφωνο στα χέρια. Να πατά μερικά κουμπιά και να φέρνει το ακουστικό στο αυτί. Δεν ξέρω με ποιον ή με ποια μιλούσε, ούτε τι έλεγαν, γιατί η γλώσσα των μεγάλων μου φαινόταν ακαταλαβίστικη τότε. Ψέλλιζε κάτι για έρευνες, για αριθμούς, για επιστήμονες, για κάτι άρθρα και μελέτες. Και, ενώ το έβλεπα πως της ήταν δύσκολο με αποχωριστεί, γιατί μαζί μου δάκρυζε και αυτή, έβγαλε τις γιαγιάδες μου από το δωμάτιο και, πισοπατώντας αργά, έφτασε στο κατώφλι της πόρτας μας. Μου έριξε μια τελευταία μάτια, εξίσου πονεμένη με τις προηγούμενες, και ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της. Το ξέρω πως δεν έφυγε, πως βρισκόταν πίσω από την κλειστή πόρτα, όμως δεν την άνοιξε και δεν ήρθε να με πάρει αγκαλιά, ούτε τότε ούτε τις επόμενες νύχτες. Ερχόταν μόνο όταν ησύχαζα.

Έτσι και εγώ κατάλαβα πως έπρεπε να ωριμάσω πια, πως έπρεπε, για χάρη της, να σταματήσω τα παιδιαρίσματα. Κάθε φορά που φοβόμουν, λοιπόν, που πεινούσα, που πονούσε η κοιλιά μου ή που λέρωνα την πάνα μου, που ήθελα παρέα, περίμενα. Έκτοτε, έμαθα να κάνω υπομονή. Τις πιο πολλές φορές, το πετυχαίνω, και η πόρτα ανοίγει. Το δωμάτιο πλημμυρίζει ξανά ευτυχία, από το χαμόγελο της μαμάς μου και από τη γλυκιά της φωνή. Τις άλλες όμως φορές, που αποτυγχάνω, συνεχίζω να κλαίω μόνος μου στα σκοτεινά. Δεν το κάνω γιατί θέλω να στεναχωρώ τη μαμά μου ή να την τρομάζω, αλλά επειδή δεν έχω άλλον τρόπο να επικοινωνώ μαζί της.

Θα μου άρεσε να ήταν όλα διαφορετικά, να την έχω από το πρωί έως το βράδυ πλάι μου τη μαμά, ωστόσο δε συμβαίνει πάντοτε αυτό. Δεν της κρατώ κακία που δεν τρέχει αμέσως κοντά μου όταν τη χρειάζομαι εκείνες τις φορές, γιατί το ξέρω πως με αγαπά και αυτή τόσο πολύ, όσο την αγαπώ και εγώ. Απλώς ξεχνιέμαι κάποτε και της παραπονιέμαι, γιατί είμαι ακόμη μικρούλης και χρειάζομαι το χάδι της και μερικά φιλιά.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαρία Καλύβα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

89 shares

See You In FB