Μικρή Οδύσσεια

της Μαίρης Τσιόικα

Αυτό το όνομα σαν αγκάθι είχε σταθεί στο λαιμό της. Όχι τώρα από πάντα, διόλου γιατί συμβόλιζε την πίστη, την αφοσίωση και την επιμονή, ούτε γιατί έτσι ‘λεγαν την αυταρχική γιαγιά της. Τέσσερις συλλαβές, με τη βία να γίνουν δυο, για να μπορούν να εκφωνούν με ευκολία οι γονείς της κάθε φορά που ‘θελαν να την αγγαρέψουν. Βλέπεις αλλιώτικα ακούγεται το «Πόπη τρέχα στου ψωμά για μια φρατζόλα» κι αλλιώτικα προφέροντας όλο το όνομα Πηνελόπη. Πρώτη κόρη μιας πολύτεκνης οικογένειας, τέσσερις αδερφές όλες κι όλες. Ο γιος δυστυχώς δεν έφτασε ποτέ κι ας τον καταδίωκαν μια ολάκαιρη δεκαετία οι δυο γονείς της. Αφέντρα του σπιτικού ήταν η γιαγιά, μάνα του πατέρα της, γυναίκα συντηρητική και αμετανόητη, για όλα ήθελε αυτή να κάνει το κουμάντο, ο παππούς είχε πεθάνει μικρός στα καράβια, την άφησε χήρα μονάχη με έναν μονάκριβο γιο. Η Πόπη από μικρή έπαιρνε τα γράμματα κι αυτό ήταν ευχή και κατάρα γι’ αυτήν. Η οικογένεια ήταν φτωχή, μόνο μια από τις τέσσερις μπορούσε να φύγει στην Αθήνα για σπουδές. Οι άλλες τρεις έπρεπε να καλοπαντρευτούν έναν καπετάνιο, ή στην χειρότερη ένα γραμματιζούμενο από το νησί.

Πράγματι μπήκε στην ανώτατη σχολή της Νομικής Αθηνών με δόξα και τιμή, το καμάρι της οικογένειας και όλου του χωριού. Λίγο πριν φύγει οριστικά για την πρωτεύουσα, στήθηκε γλέντι τρικούβερτο στο καφενείο του πατέρα. Εκείνο το βράδυ προτού κοιμηθεί, ένιωσε την καρδιά της πιο βαριά από ποτέ. Πρώτη φορά θα έφευγε από τον τόπο της, η μέρα που ζύγωνε ήταν ένα μεγάλο ρίσκο μα και μια νέα αρχή.

Είχε έξι ολόκληρα χρόνια να επισκεφθεί το νησί. Γιατί συλλογιζόταν άραγε τώρα όλα αυτά; Μπήκε στο πλοίο, ένιωσε την καρδιά της το ίδιο βαριά με εκείνο το ίδιο βράδυ, που ετοιμαζόταν να φύγει προς τη μεγάλη ζωή. Ο νησιώτικος αέρας μπούκωσε τα ρουθούνια της. Τόσα γράμματα, τόσες λέξεις και ούτε μια φορά δε βρήκε το θάρρος να πει έστω μια δόση αλήθειας. Τώρα με μιας έπρεπε να τα ξεφουρνίσει όλα. Πως έφτασε στην Αθήνα, πως φοίτησε δύο έτη στας Νομικάς με βαθμούς άριστους, πως γνώρισε τον Τάκη και μαζί με τον Τάκη ταξίδεψε στους δρόμους του Πικάσο, του Ματίς, του Ρέμπραντ, του Καβάφη, του Νερούδα και πολλών άλλων. Πως αγάπησε τις τέχνες και μίσησε τους φιλόδοξους συμφοιτητές της, πως πήρε μεταγραφή στην Καλών Τεχνών και πως τώρα θέλει να φύγει με τον Τάκη για το Παρίσι. Πως περίμενε τρία χρόνια για τούτη την αποκάλυψη βουτηγμένη στο ψέμα για να μη χάσει την αγάπη τους και τον σεβασμό τους πρωτίστως.

Το νησί είχε αρχίσει να αφήνει το στίγμα του στον ορίζοντα. Ένα δάκρυ κύλισε από τα μάτια της, ένιωσε κουτή γι΄ αυτήν την ευαισθησία της. Συλλογιζόταν πόσο καλά είχε ποτίσει την συνείδηση της, αυτή η ξακουστή ελληνική κουλτούρα, που σε κάνει να αγαπάς με πάθος τον τόπο σου, που η πίστη στην οικογένεια είναι μεγαλύτερη και απ’ αυτή στον ίδιο τον θεό. Οι ατελείωτες φιλοσοφικές συζητήσεις με τον νέο κύκλο καλλιτεχνών, που σύχναζε πίσω στην Αθήνα, δεν κατάφεραν να αλλάξουν τις συνήθειες της.

Παραδόθηκε τόσο στις ατέλειωτες σκέψεις, που σαν ξανακοίταξε έξω απ’ το παράθυρο είχε κιόλας φτάσει. Δίπλα της καθόταν ο Τάκης, φορούσε το αγαπημένο του ψάθινο καπέλο, που ‘κρυβε τα πυκνά σγουρά μαλλιά του και τα καταπράσινα μάτια του. Το ‘βγαλε με μιας, τα μάτια του έλαμψαν από θαυμασμό, στην θέα του καταπράσινου νησιού της Κέρκυρας. Αγκάλιασε την Πηνελόπη του όπως την φώναζε, όπως αυτή ήθελε να την φωνάζει, απομακρύνοντας κάθε μαύρη σκέψη που αναστάτωνε το μυαλό της.

Ετικέτες: ,

Related Posts

Μαίρη Τσιόικα
by
Previous Post Next Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

30 shares

See You In FB